Απέλαση Ρώσων διπλωματών από την Αθήνα
Ιούλιος 11, 2018
Βασίλης Νέδος
Την απέλαση δύο Ρώσων διπλωματών και την απαγόρευση εισόδου στην Ελλάδα άλλων δύο για παράνομες ενέργειες κατά της εθνικής ασφάλειας αποκαλύπτει σήμερα η «Κ».
Σύμφωνα με πληροφορίες από υψηλόβαθμες διπλωματικές πηγές, τα μέτρα που λαμβάνονται από την Αθήνα αποτελούν απάντηση σε παράνομες ενέργειες εντός της ελληνικής επικράτειας, οι οποίες συνιστούν παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Ανάμεσα στις κατηγορίες που απευθύνει η Αθήνα προς τους διπλωμάτες είναι οι απόπειρες αλίευσης και διακίνησης πληροφοριών, αλλά και χρηματισμού κρατικών λειτουργών. Η συγκεκριμένη υπόθεση φέρνει στην επιφάνεια μια υπόγεια ένταση που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα σε Αθήνα και Μόσχα, τα τελευταία δύο χρόνια, για λόγους οι οποίοι συνδέονται και με το γενικότερο περιβάλλον ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η Αθήνα έχει ήδη αποφασίσει και δώσει εντολή για την άμεση απέλαση δύο ατόμων –ο ένας είναι το στέλεχος της ρωσικής πρεσβείας Βίκτορ Γιάκοβλεφ– και την απαγόρευση νέας εισόδου στη χώρα για δύο ακόμα, οι οποίοι εμπλέκονται σε σωρεία ενεργειών, μεταξύ των οποίων πληροφοριακής δραστηριότητας (ο διπλωματικός όρος για την αλίευση και διακίνηση πληροφοριών) εις βάρος της Ελλάδας. Η πρωτοβουλία της Αθήνας δεν αποτελεί «κεραυνό εν αιθρία», αλλά έρχεται ως απάντηση μετά μια σειρά από συντονισμένες κινήσεις προσπάθειας επέκτασης της ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα. Διπλωματικές πηγές εντάσσουν σε αυτές τη δραστηριότητα διαφόρων κύκλων ρωσικών συμφερόντων, όπως η Αυτοκρατορική Ορθόδοξη Παλαιστινιακή Eνωση. Η αντίδραση της Αθήνας αποτελεί, μεταξύ άλλων, ένα μήνυμα προς τη Μόσχα και για όλες αυτές τις δραστηριότητες.
Παρ’ όλα αυτά, οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η Ελλάδα, όπως διαχρονικά έπραττε, εξακολουθεί να επιθυμεί τη διατήρηση καλών σχέσεων με τη Ρωσία, να προωθεί τη φιλία των δύο λαών, τη συνεργασία των κυβερνήσεών τους και την φορέων της κοινωνίας των πολιτών εκατέρωθεν. Ωστόσο, όπως έλεγαν, αυτό δεν μπορεί παρά να γίνει στη βάση της ισοτιμίας και με προϋπόθεση τον αμοιβαίο σεβασμό στην κυριαρχία και την ανεξαρτησία των δύο χωρών μας.
Τονίζουν ακόμη ότι η Αθήνα ήταν πάντα ιδιαίτερα προσεκτική στον τρόπο διαχείρισης των ελληνορωσικών σχέσεων, φέρνοντας το παράδειγμα της υπόθεσης Σκριπάλ. Τότε, η Ελλάδα απέφυγε να ακολουθήσει το παράδειγμα των υπολοίπων δυτικών κρατών που απέλασαν Ρώσους διπλωμάτες, κάτι που είχε χαιρετιστεί από τη ρωσική πολιτική ηγεσία. Επίσης, κατά τις ίδιες διπλωματικές πηγές, παρά την προσπάθεια της Αθήνας να διατηρήσει τις σχέσεις με τη Μόσχα σε ένα καλό επίπεδο, το τελευταίο χρονικό διάστημα, διάφοροι «μηχανισμοί» που συνδέονται με τα ρωσικά συμφέροντα στην Ελλάδα προσπαθούν να αναμειχθούν στα εσωτερικά της χώρας.
Πρόσθεταν ότι διά της παροχής υλικών και χρηματικών κινήτρων επιχειρούν να επηρεάσουν δήμους και μητροπολίτες, αλλά και να αποκτήσουν επιρροή στο Αγιον Ορος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την απρόσκοπτη άσκηση κυριαρχίας επί της ελληνικής επικράτειας από το ελληνικό κράτος. Ακόμη κατεγράφη απόπειρα εξαγοράς κρατικών λειτουργών, η οποία, κατά τις ίδιες πληροφορίες, απέτυχε.
Σύμφωνα με υψηλόβαθμες διπλωματικές πηγές, οι συγκεκριμένες ενέργειες υπονομεύουν τη φιλία των δύο λαών και την εικόνα της Ρωσίας στην Ελλάδα, καθώς εντάσσονται στο πλαίσιο συστηματικής προσπάθειας παραβίασης της κυριαρχίας της χώρας και του Διεθνούς Δικαίου. Επί τούτου, αναφέρεται ως παράδειγμα η προσπάθεια παρέμβασης σε ιδιαίτερα ευαίσθητα εθνικά ζητήματα και συμφέροντα της Ελλάδας στα Βαλκάνια, ειδικότερα στο θέμα της ονοματολογικής διαφοράς με την ΠΓΔΜ.
Διπλωματικές πηγές τονίζουν ότι η απόφαση της Αθήνας συνδέεται αποκλειστικά με τη δράση των συγκεκριμένων τεσσάρων ατόμων και όχι με τη γενικότερη καλή διάθεση της Ελλάδας έναντι της Ρωσίας, υπογραμμίζοντας πως, με δεδομένο ότι οι συγκεκριμένοι τέσσερις Ρώσοι πολίτες προκάλεσαν πλήγματα στις –γενικά– καλές ελληνορωσικές σχέσεις, οποιεσδήποτε «απαντητικές» αντιδράσεις εκ μέρους της ρωσικής πλευράς θα είναι «στείρες» και θα οδηγήσουν σε περαιτέρω υποτροπή. Κατέληγαν, μάλιστα, λέγοντας ότι κανένα μέλος των διπλωματικών και προξενικών αποστολών της Ελλάδας στη Ρωσία δεν έχει κινηθεί εκτός των πλαισίων των καθηκόντων του. Αντιθέτως, όλοι ανεξαιρέτως ασκούν τα καθήκοντά τους αυστηρά στο πλαίσιο της αποστολής τους στη Ρωσία.
Καθημερινή
https://infognomonpolitics.blogspot.com/2018/07/blog-post_291.html
Το σκληρό πόκερ των Βαλκανίων και η απέλαση των Ρώσων διπλωματών
Ιούλιος 11, 2018
Παντελής Σαββίδης
Από τότε που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επισκέφθηκε ως πρωθυπουργός τη Μόσχα τη δεκαετία του ’70, η Ελλάδα είναι πολύ προσεκτική στις σχέσεις της με τη Ρωσία. Διότι παρά το γεγονός ότι οι δύο χώρες ανήκουν σε διαφορετικά στρατόπεδα, και η Αθήνα και η Μόσχα αναγνώριζαν πως είχαν συμφέρον από τη διατήρηση χαμηλών τόνων και καλών σχέσεων στις διμερείς τους επαφές.
Το γεγονός ότι το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αναγκάστηκε να απελάσει δύο Ρώσους διπλωμάτες, δείχνει πόσο η δραστηριότητά τους ενόχλησε την Αθήνα. Το τι ακριβώς συνέβη δεν είναι γνωστό. Αλλά θα πρόκειται για κάτι πολύ σοβαρό.
Το παιχνίδι γίνεται και σκληρό και απροκάλυπτο. Και οι συνέπειές του δεν μπορούν ακόμη να εκτιμηθούν. Το ότι οι Ρώσοι θα απελάσουν ίδιο αριθμό Ελλήνων διπλωματών από τη Μόσχα είναι το ελάχιστο που θα ανέμενε κανείς.
Οι ελληνορωσικές σχέσεις δεν αποκλείεται να περάσουν μια φάση «ψυχρού πολέμου» και αυτό δεν θα είναι καθόλου καλή εξέλιξη, τη στιγμή μάλιστα που αυτήν την περίοδο οι σχέσεις της Μόσχας με την Άγκυρα είναι καλές και οι δύο χώρες έχουν δείξει το ενδιαφέρον τους για τα Βαλκάνια.
Με μια πρώτη προσέγγιση, η ελληνορωσική κρίση έχει να κάνει με τη βαλκανική πολιτική της Μόσχας και την αμερικανική προσπάθεια εξοβελισμού της. Μετά την ένταξη της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ (αν και η Αλβανία ουδέποτε είχε αγαθές σχέσεις με τη Ρωσία πλην μιας μικρής περιόδου επί Ενβέρ Χότζα όταν η χώρα πέρασε στο κομμουνιστικό στρατόπεδο), την ένταξη επίσης του Μαυροβουνίου στη Συμμαχία και την επίλυση της ελληνοσκοπιανής διαφοράς, τα Βαλκάνια γίνονται προνομιακό πεδίο για την Ουάσινγκτον.
Τα πράγματα θολώνουν κάπως στη Σερβία, η οποία δεν θέλει να εγκαταλείψει τα ρωσικά της ανοίγματα αλλά οι σχέσεις του Βελιγραδίου με τη Δύση (Ευρώπη και ΗΠΑ), και κυρίως η προοπτική τους, δεν εμπνέουν ιδιαίτερη ανησυχία για τον αναγκαστικό προσανατολισμό της χώρας.
Δεν υπάρχουν πολλά πεδία στα οποία η Μόσχα θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί και να αντιδράσει. Ακόμη και η προσπάθεια να τεθεί η σκοπιανή Εκκλησία υπό την επιρροή του Βουλγαρικού Πατριαρχείου (να αναγνωρίσει η Εκκλησία των Σκοπίων ως μητέρα Εκκλησία τη Βουλγαρική) δεν φαίνεται να έχει αίσια έκβαση παρά τις προσπάθειες της Ρωσικής Εκκλησίας. Η μεσολάβηση του Πατριαρχείου, η πολιτική αλλαγή στα Σκόπια και η προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς με την Ελλάδα ενίσχυσαν την τάση ορισμένων ιεραρχών της Βουλγαρικής Εκκλησίας με φιλελληνικό προσανατολισμό, και η τροπή των εξελίξεων δεν ευνοεί, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τη Μόσχα. Η οποία Μόσχα δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά της στη λύση που επιδιώκουν Αθήνα και Σκόπια.
Και δικαίως. Διότι η Ρωσία κινδυνεύει να εκλείψει από μια περιοχή, τα Βαλκάνια, που αποτελούσαν προνομιακό πεδίο δραστηριότητάς της.
Πριν ακόμη την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, η Ρωσία επιχείρησε να αξιοποιήσει το ομόθρησκο των Ελλήνων και των άλλων βαλκανικών λαών για να δημιουργεί εστίες αναταραχής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όποτε το θεωρούσε αναγκαίο. Μετά την επανάσταση οι Άγγλοι, από το 1823 ήδη, διαπίστωσαν πως ως ναυτική δύναμη θα πρέπει να πάρουν την Ελλάδα μαζί τους αν η Επανάσταση πετύχαινε. Και έτσι μπήκαν στο παιχνίδι.
Το 1828 μετά τη Συνθήκη της Αδριανούπολης ζητήθηκε από τη Ρωσία να ασχολείται με τους άλλους βαλκανικούς λαούς, πλην των Ελλήνων. Η Ελλάδα από τότε περνά στη Δυτική σφαίρα επιρροής. Όλες οι εξελίξεις που έχουν αποτελέσματα ως σήμερα, έχουν την αφετηρία τους στην ημερομηνία αυτή και τα όσα η Μόσχα αποδέχθηκε μεν αλλά ήλπιζε πως οι εξελίξεις θα αναιρέσουν.
Κομβικό σημείο στα όσα ακολούθησαν υπήρξε ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-56). Μετά την ήττα της Ρωσίας ο μεν Όθων πλήρωσε την επιλογή του στο πλευρό της Ρωσίας, η δε Ρωσία αναγκάστηκε να ασχολείται του λοιπού όχι με τους χριστιανικούς λαούς της Βαλκανικής αλλά με τους σλαβικούς λαούς της χερσονήσου. Είναι η έναρξη της υλοποίησης του πανσλαβιστικού οράματος, απτή εφαρμογή του οποίου υπήρξε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878) η οποία δημιουργούσε τη Μεγάλη Βουλγαρία.
Η Ρωσία βοήθησε τα μέγιστα στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης των σλαβικών βαλκανικών λαών σε βάρος της Ελλάδας. Ευτυχώς, τα αποτελέσματα της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου ανατράπηκαν το ίδιο έτος με τη Συνθήκη του Βερολίνου. Τα σλαβικά κράτη της Βαλκανικής, όμως, παίρνουν σάρκα και οστά.
Σε αυτή την προσπάθεια μια ομάδα –βασικά βουλγαροφρόνων– αρχίζει για διάφορους λόγους να διαφοροποιείται στην περιοχή και να αναζητά δική της ξεχωριστή ταυτότητα. Η διαδικασία της διαφοροποίησης δεν ήταν πάντα αυτόνομη. Μερικές φορές είχε την ευλογία και την υποστήριξη του βουλγαρικού κράτους, το οποίο προσπαθούσε να εντάξει στην επικράτειά του την περιοχή κατά το πρότυπο της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885.
Η Επανάσταση του Ίλιντεν, την οποία προσφάτως πληροφορήθηκε ο Αλέξης Τσίπρας, απέβλεπε σε μια τέτοια πολιτική. Πρώτα αυτονόμηση της Μακεδονίας και μετά προσάρτησή της στη Βουλγαρία.
Όλη αυτή η πολιτική είχε την υποστήριξη της Μόσχας. Ακόμη και όταν η Σερβία επιδίωξε να ασκήσει επιρροή στους πληθυσμούς αυτούς και να τους κρατήσει υπό τη δική της επιρροή στην αρχή και στην επικράτειά της στη συνέχεια, η Ρωσία υποστήριξε τις βουλγαρικές επιδιώξεις. Η Ρωσία, λοιπόν, έχει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση και των κρατικών υποστάσεων και της πολιτικής τους στη Βαλκανική – ρόλο που τον διατήρησε μέχρι και τον τελευταίο πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του ’90.
Μετά τον γιουγκοσλαβικό πόλεμο αρχίζει μια σταδιακή υποχώρηση της Ρωσίας από την περιοχή, που φθάνει στο σημερινό επίπεδο σχεδόν παντελούς έκλειψης.
Είναι δυνατόν η Μόσχα να μείνει αδιάφορη για την αμερικανική κυριαρχία στα Βαλκάνια; Όχι. Ήταν θέμα χρόνου η εκδήλωση των ρωσικών αντιδράσεων οι οποίες στο παρασκήνιο ήταν έντονες και με την απέλαση των Ρώσων διπλωματών αποκαλύπτονται, ως ένα βαθμό, και στην ελληνική τους διάσταση.
Η ρωσική ενόχληση και αντίδραση αποκαλύφθηκε και στο Μαυροβούνιο με το αποτυχημένο πραξικόπημα που επιχειρήθηκε, όπως και στα Σκόπια τη βραδιά της εισόδου στο κοινοβούλιο οπαδών του Γκρούεφσκι.
Δεν αποδίδουν όμως οι αντιδράσεις της Μόσχας. Αν και το παιχνίδι φαίνεται να γέρνει προς την πλευρά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, οι Ρώσοι δεν το εγκαταλείπουν. Είναι ίσως ζωτικό γι’ αυτούς.
Όλη αυτή η αναφορά δείχνει, επίσης, και τη βαρύτητα της σημασίας της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αναγνωρίζοντας ως Μακεδόνες τους γείτονες, η Ελλάδα αποδέχεται ότι υποχωρεί στην προσπάθεια που άρχισε μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο στην περιοχή. Και αποδέχεται αξιώσεις τις οποίες όχι μόνο αμφισβητούσε αλλά και για τις οποίες χύθηκαν ποταμοί αίματος. Δυστυχώς, στο μέλλον θα χρησιμοποιηθούν εις βάρος της.
Είναι αλήθεια, βεβαίως, πως η παράταση της εκκρεμότητας με τα Σκόπια εξυπηρετεί το ρωσικό –και ίσως το τουρκικό– παιχνίδι στην περιοχή, αλλά η επίλυσή της ωφελεί ουσιαστικά τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Όχι την Ελλάδα. Είναι θέμα λαού και πολιτικής ηγεσίας να εκτιμήσουν τι πραγματικά συμφέρει. Πάντως, τα κράτη έχουν βίο πολύ μεγαλύτερο από την πολιτική παρουσία των εκάστοτε πρωταγωνιστών τους.
Το ρωσικό πολιτικοδιπλωματικό παιχνίδι παρακολουθούσε –και παρακολουθεί– από κοντά η Ρωσική Εκκλησία, στη συγκρότηση της οποίας ήταν καταλυτικός ο ρόλος Ελλήνων ιεραρχών. Υπήρξε μια μακρά περίοδος με υπαρκτή φιλελληνική τάση. Ο πανσλαβισμός ήταν ένα κίνημα που ταλαιπώρησε και τη Ρωσική Εκκλησία. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Μετά την Άλωση της Πόλης, στη Ρωσική Εκκλησία επικράτησε η άποψη της Τρίτης Ρώμης. Δηλαδή ότι η Μόσχα και η Ρωσική Εκκλησία θα μπορούσαν λόγω μεγέθους και σπουδαιότητας να διαδραματίσουν το ρόλο μιας Τρίτης Ρώμης (οι άλλες δύο –πρώτη και δεύτερη Ρώμη– έπεσαν).
Η αντίληψη αυτή ισχύει ακόμη και σήμερα. Η Ρωσική Εκκλησία, σε αγαστή συνεργασία με το ρωσικό κράτος, προσπαθεί να κυριαρχήσει στο χώρο της Ορθοδοξίας ερχόμενη πολύ συχνά σε αντιπαράθεση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτή η επιδίωξη της Μόσχας είναι που ενεργοποιεί το ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον για το Πατριαρχείο και διατηρείται σε ελληνικά χέρια.
Στην Ελλάδα την πολιτική της η Ρωσική Εκκλησία και το ρωσικό κράτος ασκούν και μέσω της παρουσίας τους στο Άγιο Όρος και συγκεκριμένα μέσω της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, ή αλλιώς Ρωσικό Μοναστήρι.
Ουσιαστικά οι περισσότεροι μοναχοί της Μονής ήταν –και ίσως ακόμη είναι– Ουκρανοί Ορθόδοξοι. Ουκρανοί, αλλά μάλλον ρωσικής καταγωγής.
Η επίσημη Ρωσία έχει παράπονα από τον τρόπο που ανταποκρίνεται το ελληνικό κράτος στα αιτήματά της σχετικά με τη Μονή. Σήμερα είναι αρκετά δύσκολο σε μη Ρώσους προσκυνητές να επισκεφτούν τη Μονή. Μάλλον αδύνατον αν επιθυμούν να διαμείνουν. Ο ίδιος ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν εξέφρασε δημοσίως τη δυσαρέσκειά του για τον τρόπο που η ελληνική πολιτεία ανταποκρίνεται στα αιτήματα της Μονής και της Μόσχας.
Επισκέφθηκα τη Μονή πριν από αρκετά χρόνια. Στο αρχονταρίκι υπήρχαν φωτογραφίες των Ρώσων τσάρων, ακόμη και επί σοβιετικής εποχής. Ωστόσο, τόσο επί σοβιετικής περιόδου όσο ακόμη και σήμερα, η Μονή χρησιμοποιείται ως πύλη εισόδου Ρώσων πρακτόρων στην Ελλάδα και από την Ελλάδα στην υπόλοιπη Δύση.
Στους μοναχούς και αυτής της Μονής, όπως και των άλλων ξένων, το ελληνικό κράτος παρέχει ελληνικό διαβατήριο. Για έναν κατάσκοπο δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο ως όργανο άσκησης της δουλειάς του από την απόκτηση ενός διαβατηρίου που θα του δίνει τη δυνατότητα διακίνησης στις ευρωπαϊκές χώρες.
Άνθρωπος που είναι σε θέση να γνωρίζει, λέει πως τα τελευταία δέκα χρόνια υπάρχουν 88 μοναχοί της Μονής που έχουν λάβει ελληνικό διαβατήριο και έχουν χαθεί τα ίχνη τους.
Άρα, καταλήγοντας, έχουμε να κάνουμε με ένα παιχνίδι πολιτικοδιπλωματικό με βαθιές ιστορικές ρίζες και μεγάλο διακύβευμα, στο οποίο συνδράμει η Ρωσική Εκκλησία και ένα ευρύ, ισχυρό, πεπειραμένο και καλά οργανωμένο ρωσικό κατασκοπευτικό δίκτυο.
Σ’ αυτό το σύστημα φαίνεται να έχει εμπλακεί η ελληνική εξωτερική πολιτική. Ας ευχηθούμε να αντεπεξέλθει.
Τι κρύβεται πίσω από το ελληνο-ρωσικό επεισόδιο
Ιούλιος 11, 2018
Του Κώστα Ράπτη
Η συγκυρία στην οποία έγινε γνωστή η απέλαση από την Ελλάδα δύο Ρώσων διπλωματών (και η απαγόρευση εισόδου άλλων δύο), λόγω “πληροφοριακών δραστηριοτήτων” αλλά και προσπαθειών ανάμειξης στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα της χώρας, δεν είναι διόλου αθώα.
Και αυτό διότι δραστηριότητες τέτοιου είδους, κάθε άλλο παρά ασυνήθεις για τους επιτετραμμένους των περισσότερων χωρών, εκτυλίσσονται σε βάθος χρόνου, συνήθως με τη γνώση και τη σιωπηρή ανοχή του φιλοξενούντος κράτους. Η επιλογή του χρόνου και του είδους της αντίδρασης της θιγόμενης πλευράς, καθώς και του τρόπου δημοσιοποίησής της, είναι μια πολιτική επιλογή που υπαγορεύεται από πολλούς ταυτόχρονους υπολογισμούς.
Λόγου χάρη, σε ό,τι αφορά τις ελληνορωσικές σχέσεις, πρόσφατο είναι το παράδειγμα όσων δημοσιοποιήθηκαν στις αρχές του 2017 και αφορούσαν την άρνηση της Ελλάδας να δώσει την τελική της έγκριση στον διορισμό γνωστής προσωπικότητας των μυστικών υπηρεσιών της Ρωσίας σε πόστο της πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Αθήνα. Η εν λόγω οιονεί απέλαση είχε πραγματοποιηθεί αθόρυβα λίγους μήνες νωρίτερα και απαντήθηκε με ανάλογη απομάκρυνση του στελέχους της ελληνικής πρεσβείας που επρόκειτο να αναλάβει το Γραφείο Τύπου της. Η καθυστερημένη δημοσιοποίηση αποτύπωνε τότε τη διάθεση των δύο πλευρών να μην δοθεί συνέχεια τέτοια που να θίγει τις διμερείς σχέσεις.
Στην τωρινή περίπτωση, η απέλαση Ρώσων διπλωματών (και η ανεπίσημη γνωστοποίησή της, μέσω διαρροής στην εφημερίδα “Καθημερινή”) αποτελεί ένα μήνυμα που η Αθήνα επιθυμεί να στείλει στη Μόσχα, μετά από μακρά περίοδο συσσώρευσης δυσαρέσκειας για την πολυπραγμοσύνη ημικρατικών ρωσικών μορφωμάτων, όπως το “Ίδρυμα Ανδρέου του Πρωτοκλήτου” και η “Αυτοκρατορική Εταιρεία Παλαιστίνης”, που, υπό την σκέπη εκδηλώσεων πολιτιστικού, θρησκευτικού ή τουριστικού χαρακτήρα, οικοδομούσαν επιρροή μεταξύ κρατικών αξιωματούχων, δημάρχων, μητροπολιτών κτλ., πάντοτε ερήμην των ελληνικών διπλωματικών αρχών. Σύμφωνα με ασφαλείς πηγές, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η καταγγελλόμενη προσπάθεια χρηματισμού στρατιωτικών.
Ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο ότι το εν λόγω διπλωματικό επεισόδιο ξεσπά την ημέρα ακριβώς κατά την οποία συνέρχεται η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, η οποία και θα δρομολογήσει, σε συνέπεια της συνυπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών, την πρόσκληση της πΓΔΜ στην Ατλαντική Συμμαχία – προς μεγάλη ενόχληση της Μόσχας.
Συμπίπτει επίσης το διπλωματικό επεισόδιο με την πρόσφατη προβολή από την πλευρά της κυβέρνησης σεναρίων “πολιτικής αποσταθεροποίησης” και “νέας αποστασίας” με την εμπλοκή και επιχειρηματικών συμφερόντων με ισχύ στη Βόρεια Ελλάδα και ισχυρές ρωσικές διασυνδέσεις.
Σε αυτό το φόντο, οι καταγγελίες ότι στελέχη της ρωσικής πρεσβείας επιδόθηκαν, κατά τη δημοσίευμα της “Καθημερινής”, σε “συστηματική προσπάθεια παραβίασης της κυριαρχίας της χώρας” και “παρέμβασης σε ιδιαίτερα ευαίσθητα εθνικά ζητήματα, όπως το θέμα της ονοματολογικής διαφοράς με την πΓΔΜ”, δίνουν περαιτέρω τροφή στους κυβερνητικούς ισχυρισμούς, καλλιεργώντας ιδίως την υποψία της έξωθεν υποκίνησης των αντιδράσεων που συναντά η Συμφωνία των Πρεσπών. Γνωστή είναι άλλωστε και η επίσης πρόσφατη φιλολογία περί σχεδιαζόμενης από διάφορα εγχώρια και ξένα συμφέροντα “Λέγκας του Βορρά”.
Η ελληνική πλευρά επιχειρεί μέσω “διπλωματικών κύκλων” να οριοθετήσει το συμβάν, επικαλούμενη, ως τεκμήριο καλής θέλησης, το γεγονός ότι η Αθήνα δεν ακολούθησε τις άλλες δυτικές πρωτεύουσες στην απέλαση Ρώσων διπλωματών για την υπόθεση Σκριπάλ. Επισημαίνει δε ότι το είδος της ρωσικής απάντησης (που όμως, όπως μπορούσε να προβλεφθεί, επιβεβαιώνεται ήδη ότι θα δοθεί “με το ίδιο νόμισμα”) θα κρίνει και την συνολική επίπτωση που θα έχει το συγκεκριμένο επεισόδιο στις διμερείς σχέσεις. Άλλωστε, προστίθεται, δεν είναι οι Έλληνες επιτετραμμένοι που κατηγορούνται (ή θα μπορούσαν ποτέ να κατηγορηθούν) για “πληροφοριακές δραστηριότητες”.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα ανωτέρω δεν αποτελούν παρά προκαταβολικό blame game για μια κρίση των ελληνορωσικών σχέσεων η οποία προκύπτει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Άλλωστε, οι σχέσεις αυτές διακρίνονται τα τελευταία χρόνια από μία συνολική αποδυνάμωση, η οποία πάει πέρα και από τους περιορισμούς που θέτει η συμμετοχή της Ελλάδας στο δυτικό πλαίσιο ασφαλείας. Ελλείψει αξιοσημείωτων κοινών πρότζεκτς, η χώρα μας δεν αποτελεί πλέον για το Κρεμλίνο παρά προορισμό τουριστών και αντικείμενο στερεότυπων αναφορών περί Ορθοδοξίας. Τα πράγματα μοιάζει να εξαντλούνται στο Άγιον Όρος ως “σκηνικό” της επίσκεψης του “προστάτη των Χριστιανών της Μέσης Ανατολής” Βλαντίμιρ Πούτιν.
Από αυτή την άποψη, κεντρική θέση στο τωρινό διπλωματικό επεισόδιο φαίνεται πως κατέχουν τα θέματα εκκλησιαστικής διπλωματίας. Οι έντονες διεκκλησιαστικές και πολιτικές ζυμώσεις γύρω από την τεράστια σύγκρουση που απειλείται λόγω των σχεδίων του Οικουμενικού Πατριάρχη για απόδοση αυτοκεφαλίας στην αποσχισθείσα Εκκλησία των Ουκρανών εθνικιστών δίνουν ένα ερμηνευτικό κλειδί. Η πρόσφατη επίσκεψη του πρεσβευτή των ΗΠΑ Τζέφρι Πάιατ στο Βατοπέδι του Αγίου Όρους δίνει ένα άλλο.
Την εικόνα συμπληρώνει η επανεμφάνιση των φωνών που ζητούν την αυτοκεφαλία της Ελληνορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αμερικής και αναστατώνουν το Φανάρι, καθώς και η τεταμένη κατάσταση στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, όπου το παλαιστινιακό ποίμνιο μαίνεται εναντίον της ολιγάριθμης ελληνικής ιεραρχίας, κυρίως για τις πωλήσεις εκκλησιαστικών ακινήτων σε ισραηλινά συμφέροντα.
Η εμφάνιση προ μηνών στο έγκυρο Pew Institute των ΗΠΑ μιας (μεθολογικά προβληματικής) έρευνας σχετικά με τις πεποιθήσεις των Ορθόδοξων κατοίκων της Ευρώπης, με κεντρικό το ερώτημα αν αναγνωρίζουν ως ανώτατη εκκλησιαστική τους αρχή τον Κωνσταντινουπόλεως, τον Μόσχας ή κάποιον τρίτο, αποτυπώνει χαρακτηριστικά την ανησυχία που προκαλούν στη Ουάσιγκτον, μεσούντος του “νέου Ψυχρού Πολέμου”, οι πνευματικοί δεσμοί της Ρωσίας με πληθυσμούς χωρών της Ε.Ε και του ΝΑΤΟ.
Θα αποτελεί βέβαια ειρωνεία της ιστορίας αν αυτός ο “νέος Ψυχρός Πόλεμος” ενδεχομένως εκτονωθεί (πρβ. την επικείμενη συνάντηση Πούτιν-Τραμπ), αλλά οι ελληνορωσικές σχέσεις και η ενότητα των Ορθόδοξων Εκκλησιών έχουν εν τω μεταξύ τραυματισθεί, λόγω του υπερβάλλοντος ζήλου εκπροσώπων της παλαιότερης σχολής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
http://www.capital.gr/politiki/3304377/ti-krubetai-piso-apo-to-ellino-rosiko-epeisodio
Όλο το παρασκήνιο της απέλασης των Ρώσων διπλωματών
Ιούλιος 11, 2018
Στο «κυνήγι» της ρώσικης αρκούδας
Εδώ και μήνες εξελίσσεται μία διαδικασία που θυμίζει κατασκοπευτικό θρίλερ των περασμένων δεκαετιών και στην οποία εμπλέκονται οι αμερικανικές και ελληνικές υπηρεσίες πληροφοριών, η «Πατριαρχική» ομάδα της Εκκλησίας, η Ιεραρχία της Κύπρου σε συνεργασία με την κυβέρνηση της Λευκωσίας. Στόχος ο «ρωσικός παράγων» και η δραστηριότητά του στη Βόρειο Ελλάδα, το Άγιον Όρος, επιχειρηματικοί όμιλοι και Ιερές Μητροπόλεις που ελέγχονται από αυτές τις ρωσικές δραστηριότητες και βεβαίως η «βιτρίνα» η οποία εξαγόρασε το λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Η αποκλειστική είδηση η οποία δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» της Τετάρτης 11 Ιουλίου περί απέλασης 2 ρώσων διπλωματών είναι η κορυφή του παγόβουνου. Η ιστορία εκτυλίσσεται εδώ και πολύ καιρό με τις αμερικανικές υπηρεσίες, καθώς και τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ σε συνεργασία με την ΕΥΠ να χαρτογραφούν με λεπτομέρειες τις επαφές, τις χρηματοδοτήσεις, τα δρομολόγια ρώσων πρακτόρων στην Ελλάδα, αλλά και να εξιχνιάζουν τις υπόγειες διαδρομές μεταξύ αυτών των επαφών και συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών όσο και οικονομικών δραστηριοτήτων στο εσωτερικό της χώρας.
Πριν από καιρό και με συντονισμένη διαρροή από την ηγεσία της ΕΥΠ, η κοινή γνώμη πληροφορήθηκε για ένα «σχέδιο αποσταθεροποίησης» με αιχμή τους μηχανισμούς της ΕΥΠ η οποία αποδόθηκε σε εσωτερικές διαμάχες στην ελληνική υπηρεσία πληροφοριών, αλλά… κάπου στα «ψιλά γράμματα» της διαρροής θα μπορούσε ο καθένας να «διαβάσει» για τον ύποπτο ρόλο τρίτης χώρας η οποία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα αλλά και «την ευρύτερη περιοχή». Ήταν προφανές το υπονοούμενο.
Όμως το «σενάριο» ήταν πολύπλοκο. Ο «ρωσικός παράγων» έπαιζε με «άσους στο μανίκι» και μάλιστα «εντός παιδιάς». Η εξαγορά από γαλλο-γερμανικό κονσόρτσιουμ του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, αλλά με τη συμμετοχή του ρώσου επιχειρηματία Ιβάν Σαββίδη με ένα διψήφιο μεν αλλά μειοψηφικό ποσοστό, προκάλεσε την άμεση παρέμβαση της Αμερικανικής Πρεσβείας και προσωπικά του αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα. Στο Υπουργείο Εξωτερικών και το Μαξίμου έφθασαν σημειώματα οι συντάκτες των οποίων ισχυρίζονταν πως πίσω από το «κονσόρτσιουμ» κρύβεται η ρωσική μαφία και πως το όλο εγχείρημα δεν είναι παρά μία καλοστημένη βιτρίνα. Το προηγούμενο διάστημα ο επιχειρηματίας Ιβάν Σαββίδης αντιμετωπιζόταν ως «Δούρειος Ίππος» της κυβέρνησης και προσωπικά του κ. Νίκου Παππά με σκοπό τη διεμβόλιση του μετώπου διαπλοκής στα ΜΜΕ. Τότε, γιατί αμέσως μετά τα πράγματα άλλαξαν. Από τον Ιανουάριο του 2018 άρχισε η διαδικασία επίλυσης του «Μακεδονικού». Ο ρωσικός παράγων σε ανώτατο επίπεδο και διά στόματος του υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ τάχθηκε κατά της επίλυσης του ζητήματος. Η παρέμβαση της Μόσχας ήταν διπλής κατεύθυνσης. Επιρροή σε εθνικιστικούς κύκλους της Ελλάδας και κυρίως της Βόρειας αλλά και η ενεργοποίηση στα Σκόπια της αξιωματικής αντιπολίτευσης με το κόμμα του VMRO, του οποίου η δομή αποτελεί ενεργό βραχίονα της ρώσικης διπλωματίας από τα τέλη του 19ου αιώνα. Στη Βόρεια Ελλάδα ενεργοποιήθηκαν επιχειρηματίες, μητροπολίτες, συλλογικότητες όπως Πανμακεδονικές οργανώσεις, πολιτικές κινήσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο της Άκρας ή της Ακραίας Δεξιάς αλλά και Μονές στο Άγιον Όρος. Η υπόθεση απέκτησε και άλλες διαστάσεις, αφού χρονικά οι εξελίξεις συνέπεσαν με το εγχείρημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να αναβαθμίσει σε Αυτοκέφαλη την Εκκλησία της Ουκρανίας και να την εντάξει στο Φανάρι, εγχείρημα που εξόργισε τον ρωσικό παράγοντα. Συνάμα ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναλάμβανε να επιλύσει μέρος του προβλήματος με την ΠΓΔΜ που αφορούσε την εκκλησιαστική διάσταση του ζητήματος. Τα κατάφερε και η Εκκλησία της FYROM ως Αρχιεπισκοπή Αχριδών ή Αχρίδος ενετάχθη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και άρα αποσπάσθηκε για τα καλά από το Πατριαρχείο της Σερβίας. Στην Κύπρο την ίδια περίοδο άρχισαν τα όργανα, όταν η Ιεραρχία αντελήφθη πως η «εισβολή» του ρωσικού παράγοντα έφθασε στο σημείο να αλώσει Μητροπόλεις και να τις μετατρέψει ορισμένες από αυτές σε «μικρό Κρεμλίνο», όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά. Μόνο που η Εκκλησία της Κύπρου είναι (κυρίως) ένας βασικός πολιτικός εταίρος και βασικός οικονομικός παράγων στο νησί. Η προοπτική των υδρογονανθράκων κινητοποίησε την Ιεραρχία η οποία, όταν πρόκειται για την «οικονομική επιβίωση της Εκκλησίας», μετατρέπεται με απίστευτη ευκολία από αμνός σε λύκο. Τότε θορυβήθηκαν εκκλησιαστικοί κύκλοι στην Ελλάδα οι οποίοι εδώ και δεκαετίες διατηρούν «άριστες σχέσεις» με το Πατριαρχείο της Μόσχας και έχουν ταχθεί κατά του Φαναρίου, ακολουθώντας και την πνευματική κληρονομία του Χριστόδουλου του Μακαριστού. Ένα από τα κέντρα λήψης αποφάσεων για όλες τις δραστηριότητες που έχουν αναφερθεί εντοπίστηκε στο Άγιον Όρος όπου με πρόσχημα το προσκύνημα, γνωστοί ακροδεξιοί ή υπερδεξιοί από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, βουλευτές της Χρυσής Αυγής, ισχυροί εκκλησιαστικοί παράγοντες, επιχειρηματίες και ρώσοι, πολλοί ρώσοι όλων των ειδικοτήτων, έκλειναν ασφαλή ραντεβού σε Σκήτες και Μετόχια.
Άρχισαν και τα συλλαλητήρια, μισθώθηκαν τα λεωφορεία – μεταφορείς πατριωτισμού ανά την επικράτεια, επιστρατεύθηκαν οι εφεδρείες και επιφανείς προσωπικότητες από όλους του χώρους. Στήθηκε το πατριωτικό σκηνικό. Το χρήμα έρρεε άφθονο ένθεν κακείθεν των συνόρων, αφού ο «πατριωτισμός» ως γνωστόν χρειάζεται υπεραφθονία «καυσίμων» ως τελευταίο καταφύγιο του κάθε απατεώνα, όπως περιγράφει και ο γνωστός Εγγλέζος, καλή του ώρα.
Ξαφνικά το Μαξίμου με μία ανακοίνωση «φωτογραφίζει» τον Ιβάν Σαββίδη ως έναν εκ των δύο επιχειρηματιών που εργάζονται για την υπονόμευση της κυβέρνησης και την αποσταθεροποίηση της χώρας. Αυτό συνέβη προ δύο εβδομάδων. Είχε προηγηθεί η επίσης αιφνιδιαστική πώληση των επιχειρήσεων Σαββίδη στο Ροστώφ της Ρωσίας που περιελάμβανε και την πώληση της ελληνικής «ΣΕΚΑΠ». Έμεινε δηλαδή ο επιχειρηματίας με το ξενοδοχείο «Μακεδονία», που έχει νοικιαστεί για ένα χρονικό διάστημα, τη μικρομεσαία «Σουρωτή», το υπό κατάρρευση «Έθνος» και το υπό αναδιάταξη ακριβό τηλεοπτικό κανάλι «Ε», αλλά και τον ΠΑΟΚ. Α ναι… Και το 15% του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Τίποτε από τα παραπάνω δεν παράγει «πλούτο». Αντίθετα παράγουν έξοδα. Πολλά έξοδα. Ευτυχώς υπάρχουν τα αποθέματα από την πώληση της επένδυσης στο Ροστώφ. Μόνο που στη Ρωσία του Πούτιν τα πάντα ανήκουν ή ελέγχονται επί της ουσίας από τον «Τσάρο».
Ο κόμπος έφθασε στο χτένι. Το Μαξίμου αποφάσισε να ενεργήσει με προσοχή μεν αλλά με μία διάθεση ξεκαθαρίσματος του σκηνικού. Έδωσε τη συγκατάθεσή του στην απέλαση δύο ρώσων διπλωματών και την απαγόρευση εισόδου στη χώρα δύο άλλων επίσης ρώσων (Ρεπορτάζ της Καθημερινής). Αναμένονται τα επόμενα βήματα που θα είναι διακριτικά μεν, αποτελεσματικά δε. Κάτι έλεγχοι τραπεζικών λογαριασμών, κάποια ξεκαθαρίσματα σε εκκλησιαστικούς χώρους, κάποιες ανακατατάξεις σε πρόσφατες ιδιωτικοποιήσεις, κάποια κινητικότητα στα ΜΜΕ. Η Αμερικανική Πρεσβεία στην Αθήνα διαδραματίζει ρόλο «Κέρβερου». Άλλωστε δεν είναι τυχαίο το ότι η αποκάλυψη της απέλασης των δύο ρώσων διπλωματών συνέπεσε χρονικά με την έναρξη της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες. Το μήνυμα της Αθήνας προς διάφορους αποδέκτες είναι ξεκάθαρο. Δεν ανήκομεν εις την Δύσιν μόνον. Είμεθα Δύσις (ευτυχώς).
http://www.athensvoice.gr/politics/459225_olo-paraskinio-tis-apelasis-ton-roson-diplomaton
