Ο ισλαμοκεμαλοφασισμός και η Ωραία Κοιμωμένη – Μπορούμε να συμβιώσουμε με τους Τούρκους;

Παντελής Σαββίδης

 Ο ισλαμοκεμαλοφασισμός και η Ωραία Κοιμωμένη

16 Φεβρουάριος 2018

Ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς έκανε μια δήλωση («Την επόμενη φορά η απάντηση [στην Τουρκία] δεν θα είναι ειρηνική») που ικανοποίησε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης. Το πρόβλημα, με τη δήλωση, είναι πως αν υπάρξει επόμενη φορά –που θα υπάρξει– θα πρέπει αυτά που είπε ο υπουργός, να εφαρμοστούν. Αν και πάλι ποιήσουμε την νήσσαν χάνουμε ένα ακόμη μέρος της αποτρεπτικής μας δυνατότητας.

Διότι αποτροπή σημαίνει πως όταν προειδοποιούμε για κάτι το υλοποιούμε και έχει αποτέλεσμα.

Άρα, η δήλωση του υπουργού Εξωτερικών αναδεικνύει δύο ζητήματα: το ένα είναι η συνέπεια λόγων και έργων και το άλλο η δυνατότητα να υλοποιήσουμε όσα οι επίσημοι εκπρόσωποι του κράτους δηλώνουν. Στις εξωτερικές σχέσεις, και ιδιαιτέρως στις σχέσεις με την Τουρκία, οι δηλώσεις χρειάζονται προσοχή. Ότι λέμε, το εννοούμε.

Η κρίση που ζήσαμε τις τελευταίες ημέρες με την Τουρκία θα επαναληφθεί με υπαιτιότητα της γειτονικής χώρας για πολλούς λόγους. Όλα συγκλίνουν στην εκτίμηση αυτή. Και το ερώτημα είναι πώς αναχαιτίζεται η επιθετικότητα της Τουρκίας χωρίς καταφυγή σε πολεμική αναμέτρηση. Διότι μια πολεμική σύγκρουση θα είναι μεν καταστροφική και για τις δύο χώρες, αλλά θα επηρεάσει βαρύτερα την Ελλάδα και τον ελληνισμό. Άρα, πρέπει να την αποκλείσουμε.

Ο ρητός αποκλεισμός της πολεμικής αναμέτρησης δεν μειώνει τη δυνατότητα αντιμετώπισης της τουρκικής επιθετικότητας. Θα δούμε γιατί.

Γιατί γίνεται η εκτίμηση επανάληψης φαινομένων κρίσης; Για τους εξής τρείς λόγους:

Ο πρώτος είναι η κυρίαρχη ιδεολογία στη γειτονική χώρα. Η Τουρκία ουδέποτε λειτούργησε ως Δυτικού τύπου δημοκρατία. Κάποιες παραχωρήσεις έγιναν σε μια σκληρή εθνικιστική ιδεολογία που άλλοτε εκφράστηκε με τα χαρακτηριστικά του κεμαλισμού και άλλοτε του ισλαμισμού. Η σημερινή σύνθεσή της τα έχει όλα. Έχει ισλαμισμό, όπως εκφράζεται από τον Ερντογάν και τους ακολούθους που του απέμειναν, έχει κεμαλισμό όπως εκφράζεται από τους κεμαλιστές στρατιωτικούς που συνεργάζονται μαζί του, και έχει τα παραδοσιακά φασιστικά χαρακτηριστικά, αυτά που θαύμαζαν οι Γερμανοί στην ιδεολογία και πρακτική του Κεμάλ, την οποία εν πολλοίς υπαγόρευσαν και βοήθησαν στην υλοποίησή της. Αυταρχισμό, ακραίο εθνικισμό, εθνική εκκαθάριση.

Η τριπλή αυτή σύνθεση είναι προβληματική για τους γείτονες της Τουρκίας, αλλά είναι, πλέον, καταστρεπτική για την ίδια την Τουρκία. Μπορεί να απέδωσε έως σήμερα, δεν έχει όμως άλλα περιθώρια να συνεχίσει να αποδίδει. Κρατά τη χώρα σε έναν αναχρονισμό ο οποίος θα της κοστίσει ακριβά. Η έξοδος από τις πολεμικές περιπέτειες στις οποίες την έχει οδηγήσει θα επιφέρει καίριο πλήγμα, ακόμη και στην εδαφική της ακεραιότητα.

Ούτε η ιδεολογία του ισλαμοκεμαλοφασισμού ούτε η Τουρκία ως κρατική υπόσταση με τα σημερινά δεδομένα –και κυρίως με τη σημερινή συμπεριφορά– βοηθούν στην αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας στην περιοχή. Το αδιέξοδο στο οποίο οδηγούνται οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις το επιβεβαιώνει. Η Τουρκία με την κυρίαρχη ιδεολογία που έχει καλλιεργήσει στην κοινωνία της δεν μπορεί να αποδεχθεί τις αλλαγές που συντελούνται. Η απομόνωσή της θα αποβεί μοιραία, πρωτίστως για την ίδια.

Ο δεύτερος λόγος που θα ξαναζήσουμε φαινόμενα κρίσης Ελλάδας-Τουρκίας είναι το στρατιωτικό της δόγμα και η πολιτική της στην περιοχή.

Η Τουρκία στην προσπάθειά της να διχοτομήσει το Αιγαίο στον 25ο Μεσημβρινό (περνά από το μέσον του Αιγαίου) επιχειρεί να γκριζάρει περιοχές που ανήκουν στην ελληνική κυριαρχία. Τα Ίμια είναι μια τέτοια περίπτωση. Προκειμένου να πετύχει το στόχο της, φθάνει μέχρι του σημείου να διακινδυνεύει ρήξη στρατιωτικού χαρακτήρα με την Ελλάδα. Διότι στην περίπτωση που εμβόλιζε το λιμενικό σκάφος στα Ίμια και υπήρχαν νεκροί, θα ήταν πολύ δύσκολο να μην κλιμακωθεί η κρίση.

Τα Ίμια, όμως, για την Τουρκία είναι μόνο η αρχή. Δεν την βοηθούν στην προσπάθειά της να διχοτομήσει το Αιγαίο. Χρειάζεται και άλλα νησιά. Τα έχει προσδιορίσει. Είναι τα 18 νησιά των οποίων αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία. Η δυναμική της ιδεολογίας της, που επισημάνθηκε παραπάνω, δεν της επιτρέπει να μην τα διεκδικήσει. Και μιλάμε για την Τουρκία. Όχι για την Τουρκία του Ερντογάν. Διότι ακόμη και ο Ερντογάν υφίσταται στο θέμα αυτό την πίεση της κεμαλικής αντιπολίτευσης.

Είναι χειρότεροι σ’ αυτό το θέμα οι κεμαλιστές από τον Ερντογάν. Όχι μόνο ο πολύς Κιλιτσντάρογλου, ηγέτης της αντιπολίτευσης, πιέζει προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά είναι σίγουρο πως το ίδιο κάνουν και οι κεμαλικοί στρατιωτικοί. Θα πρέπει να περιμένουμε μια κλιμάκωση από πλευράς της Τουρκίας. Σε μερικά από τα νησιά αυτά τοποθετήθηκε στρατιωτική φρουρά –πολύ ορθώς–, αλλά υπάρχουν και άλλα τα οποία δεν κατοικούνται και στα οποία εύκολα θα μπορούσε να αποβιβαστεί μια τουρκική δύναμη. Το δίλημμα για την Ελλάδα στην περίπτωση αυτή είναι τι θα κάνει. Το πιθανότερο που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς είναι να αρχίσουν συνομιλίες αποκλιμάκωσης.

Τι θα ζητήσει η Τουρκία για την υποχώρησή της; Δεν αποκλείεται, ακόμη και την αποστρατικοποίηση της Δωδεκανήσου.

Να αφεθούν δηλαδή τα νησιά χωρίς στρατιωτική προστασία. Ίσως για να αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο ο υπουργός Άμυνας δηλώνει κατά καιρούς πως θα υπάρξει κτύπημα εναντίον οποιουδήποτε πατήσει ελληνικό νησί. Δηλαδή; Τι άλλο χτύπημα από στρατιωτικό;

Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος που δεν αποκλείεται ένα νέο θερμό επεισόδιο. Οι επικείμενες προεδρικές εκλογές στην Τουρκία. Ο Ερντογάν παίζει τη ζωή του στις εκλογές αυτές. Πρέπει πάση θυσία να τις κερδίσει. Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η πλειονότητα της τουρκικής κοινής γνώμης, από τη μια δεν μπορεί να συγχωρεθεί μια στρατιωτική ήττα όπως διαφαίνεται στο Αφρίν, από την άλλη οποιαδήποτε πρόκληση προς την Ελλάδα γίνεται ενθουσιωδώς αποδεκτή. Άρα, ο δρόμος για τη νίκη του Ερντογάν έχει ορισμένα χαρακτηριστικά απολύτως προσδιορισμένα. Η πρόκληση προς την Ελλάδα θα του δώσει πόντους.

Φθάσαμε έτσι στην περιγραφή της πραγματικής κατάστασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: για τους λόγους που προαναφέραμε, μια ελληνοτουρκική σύγκρουση δεν πρέπει να αποκλείεται. Και το μεγάλο ερώτημα είναι πώς αντιμετωπίζεται.

Η απάντηση είναι εύκολη. Με τα τρία ήδη ισχύος: Την ήπια, τη μεσαία και τη σκληρή.

  • Ήπια ισχύς είναι η δύναμη που δίνουν σε μια χώρα οι συμμαχίες της, η συμμετοχή της σε οργανισμούς, η οικονομία της, ο πολιτισμός της, η πολιτισμική της επιρροή, η ομόνοια στο εσωτερικό της, ο ομαλός και μη διχαστικός πολιτικός βίος της και άλλα πολλά.
  • Μεσαία ισχύς είναι οι δυνατότητες που έχει μια χώρα να ασκεί πολιτική μέσω των νέων μέσων που έχουν ως πυρήνα τους υπολογιστές και τη σύγχρονη τεχνολογία.
  • Και σκληρή ισχύς είναι η στρατιωτική της δύναμη.

Και για τις τρείς θα μιλήσουμε στο επόμενο άρθρο μας. Η ανάπτυξη των τριών αυτών μορφών ισχύος ίσως είναι το φιλί του πρίγκιπα στην Ωραία Κοιμωμένη.

http://www.pontos-news.gr/article/175372/o-islamokemalofasismos-kai-i-oraia-koimomeni

Μπορούμε να συμβιώσουμε με τους Τούρκους;

Φεβρουάριος  17,   2018

Η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου είναι: θέλουμε δεν θέλουμε, θα συμβιώσουμε. Ούτε να τους διώξουμε μπορούμε, ούτε κι αυτοί εμάς. Το ζητούμενο είναι να βρούμε τρόπους συμβίωσης. Δυστυχώς η ηγεσία της γειτονικής χώρας, που καθοδηγεί εύκολα την κοινωνία, επιλέγει τους παραδοσιακούς δρόμους. Οι Τούρκοι ποτέ δεν εγκατέλειψαν τον παλιό τρόπο με τον οποίο εμφανίστηκαν στην περιοχή. Πόλεμος, πλιάτσικο, υποδούλωση. Απλώς, τον εκσυγχρόνισαν. Ο πολιτικός τους πολιτισμός απέχει από τη Δυτική αντίληψη.

Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, θα πρέπει να αναζητήσουμε και να βρούμε τρόπους συμβίωσης που δεν θα είναι πολεμικές αναμετρήσεις.

Σε προηγούμενο σχόλιό μας αναφέραμε πως υπάρχουν τρία ήδη ισχύος: Η ήπια (θεσμοί, επιρροή), η οξεία (σύγχρονες τεχνολογίες) και η σκληρή ισχύς (στρατιωτική δύναμη).

Ας δούμε σήμερα την ήπια ισχύ. Δεν σημαίνει ότι με την άσκησή της θα ξεπεράσουμε τα προβλήματα. Αλλά με καμιά εκ των τριών μορφών δεν πρόκειται να έχουμε απόλυτα και ολοκληρωτικά αποτελέσματα. Ένας συνδυασμός τους μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις.

Είναι εντυπωσιακή η απήχηση που συναντά στο κομματικό του ακροατήριο ο Ερντογάν όταν καταφέρεται κατά της Ελλάδας. Αν και το δείγμα της τουρκικής κοινωνίας με το οποίο θα μπορούσαμε να έρθουμε σε επαφή και συνεννόηση δεν είναι το ισλαμικό, δεν μπορεί να μας αφήσει αδιάφορους. Δεν είναι όμως ούτε και το κεμαλικό το τμήμα των Τούρκων με το οποίο θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, αν και αναφέρεται ως πιο δυτικόστροφο.

Η κεμαλική ιδεολογία μπορεί να συνιστά στους Τούρκους να στρέψουν τα βλέμματα προς τη Δύση, δεν έχει όμως ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά πολιτικής κουλτούρας και συμπεριφοράς. Είναι μια εθνικιστική ιδεολογία που περιλαμβάνει και φασιστικά χαρακτηριστικά. Η εθνοκάθαρση και η ομοιογενοποίηση διά της βίας είναι τα πιο συνηθισμένα. Έχει διαμορφωθεί ωστόσο και ένα τμήμα της τουρκικής κοινωνίας που δεν είναι ούτε ισλαμιστικό ούτε κεμαλικό. Έχει ήπια χαρακτηριστικά και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Με το τμήμα αυτό θα μπορούσε η Ελλάδα σε επίπεδο κοινωνικών φορέων να έρθει σε επαφή και συνεννόηση. Και αυτή η προσπάθεια θα έπρεπε να είχε ενθαρρυνθεί.

Είναι εντυπωσιακό το πόσο λίγο την γνωρίζουμε και πόσο λίγο μας γνωρίζει η τουρκική κοινωνία.

Ένας ολιγάριθμος πόλος επαφής μπορεί να αποδειχθούν οι Τούρκοι που κατέφυγαν στην Ελλάδα διωκόμενοι από το καθεστώς Ερντογάν. Με όρους ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα πρέπει να προσεγγιστούν από κοινωνικούς φορείς και να βοηθηθούν στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στη χώρα μας. Είναι μοναδική ευκαιρία και θα αποτελέσει υπολογίσιμο καταλύτη να αναπτυχθεί, έστω και μεσοπρόθεσμα, η επαφή και η γνωριμία μεταξύ των δύο λαών – στο βαθμό που μπορεί να επιτευχθεί. Η επιτυχία της πρότασης αυτής θα καταδειχθεί από τις αντιδράσεις που θα συναντήσει σε κρατικό τουρκικό επίπεδο. Την αποξένωση των δύο λαών την επιδιώκει σφόδρα το τουρκικό κατεστημένο, και με διάφορους τρόπους την επιβάλλει.

Ένας άλλος τρόπος ήπιας προσέγγισης είναι η αξιοποίηση των μέσων ενημέρωσης. Όσο και αν φαίνεται δύσκολο, θα πρέπει να επιδιώξουμε το μέρος της μειονότητας που μιλά τουρκικά να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ των δύο λαών.

Στην κατεύθυνση αυτή καταλυτικός θα μπορούσε να ήταν ο ρόλος της ΕΡΤ3, η οποία εδώ και καιρό έχει χάσει τον προσανατολισμό της.

Θα πρέπει να τον ξαναβρεί. Η ΕΡΤ3 έχει διαμορφώσει χαρακτηριστικά όπως και τα δύο άλλα κρατικά κανάλια και αυτό θα πρέπει να προβληματίσει και τους εργαζομένους αλλά και φορείς (όπως η Ένωση Συντακτών) για το μέλλον του τρίτου καναλιού. Τίποτα, πια, δεν αντέχει στη ζωή αν δεν έχει κάποια πρακτική σημασία. Η διαφοροποίησή της από τα άλλα δύο κρατικά κανάλια είναι όρος επιβίωσής της.

Όταν δημιουργήθηκε το τρίτο κανάλι της Ελληνικής Τηλεόρασης είχε ως στόχο να υποστηρίξει τις παραγωγικές και πνευματικές δυνάμεις της Βόρειας Ελλάδας, να προβάλλει τις ελληνικές θέσεις σε ζητήματα που αφορούν τους γειτονικούς λαούς και να μεταφέρει στην ελληνική κοινωνία εικόνες και γεγονότα από τους γείτονές μας. Σε σημαντικό βαθμό το πέτυχε. Γι αυτό και καταξιώθηκε.

Σήμερα, δεν φαίνεται να έχει στόχους και η έλλειψη αυτή και δεν βοηθάει τη χώρα και υπονομεύει το μέλλον του τρίτου καναλιού.

Ίσως είναι ευκαιρία να αναζητήσει νέους στόχους.

Αν και μερικά από αυτά που θα αναφέρω σε σχέση με την Τουρκία θα μπορούσαν να ισχύσουν και για άλλες γειτονικές χώρες, θα εστιάσω κυρίως στο θέμα που μας αφορά. Την ήπια πολιτική απέναντι στην εξ Ανατολών γείτονα.

Υπάρχουν αρκετοί και σημαντικοί δημοσιογράφοι στη Θράκη που μιλούν τουρκικά και θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε μια σειρά εκπομπών που θα απευθύνονταν και στο τουρκόφωνο εσωτερικό ακροατήριο και στη γειτονική χώρα. Αλλά οι εκπομπές αυτές που θα ξεκινούσαν από τη διδασκαλία της ελληνικής στα τουρκικά και θα κατέληγαν στην προβολή ενημερωτικών και ψυχαγωγικών εκπομπών θα είχαν ποιότητα που θα τις έκανε ελκυστικές στους τηλεθεατές της γειτονικής χώρας. Δεν θα ήταν κάτι να περάσει η ώρα. Και αυτό προϋποθέτει ότι θα γίνονται από ανθρώπους με μεράκι για τη δουλειά.

Θα ήταν μια καταλυτική παρέμβαση που θα έσπαγε και πάγους και σε πολιτικό επίπεδο μεταξύ των δύο χωρών.

Κατά τη διάρκεια των χρόνων που εργάστηκα στην ΕΡΤ3 συνεργάστηκα με δημοσιογράφο που προέρχεται από τη μειονότητα. Επισκέφθηκα μαζί του, μάλιστα, και την Τουρκία και την Κύπρο. Μπορώ να σας βεβαιώσω πως έκανε εντύπωση στους Τούρκους πολιτικούς με τους οποίους συναντηθήκαμε το γεγονός ότι η κρατική τηλεόραση στην Ελλάδα απασχολεί μέλος της μειονότητας.

Αντί να σκεφτεί η ελληνική πλευρά να κάνει ένα πολιτιστικό και κοινωνικό άνοιγμα στη γειτονική χώρα, το κάνει σε κάποιο βαθμό και με διαφορετικά χαρακτηριστικά –αλλά πάντως με σημαντική επιρροή– η Τουρκία.

Τα τουρκικά σίριαλ έχουν μεγάλη τηλεθέαση στην ελληνική κοινωνία, και όπως είναι γνωστό μέσα από τη διαδικασία αυτή μπορείς να περάσεις σε έναν λαό τον πολιτισμό σου αλλά και την πολιτική σου.

Εκπομπή ή εκπομπές στην τουρκική, εκμάθηση της ελληνικής στα τουρκικά, εκπομπές για αγροτικά θέματα ή ό,τι άλλο θα μπορούσε να ενδιαφέρει τους τουρκόφωνους κατοίκους της ελληνικής επικράτειας και να έχουν και εμβέλεια στη γειτονική χώρα, ειδήσεις ή πολιτικές συζητήσεις, προσκλήσεις δημοσιογράφων, αναλυτών, πολιτιστικών παραγόντων, ακόμη και πολιτικών παραγόντων από τη γειτονική χώρα για να συμμετάσχουν σε εκπομπές που θα τις έβλεπαν και στην Τουρκία, ακόμη και συμπαραγωγές, θα αποτελούσαν την αρχή μιας προσπάθειας αλληλογνωριμίας.

Δεν έχουμε την ψευδαίσθηση πως η πολιτική αυτή θα οδηγούσε σε υπέρβαση των προβλημάτων μεταξύ των δύο κρατών (δεδομένης της εμμονής του τουρκικού πολιτικού κατεστημένου σε αναθεωρητική πολιτική), αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει έναν πρώτο πυρήνα πίεσης για να αποφευχθούν οι εντάσεις.

Ανέφερα ελάχιστες από τις πολιτικές που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν προς τη γειτονική χώρα, και αυτές σε κοινωνικό επίπεδο.

Στην ήπια ισχύ περιλαμβάνεται η συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς θεσμούς όπως είναι η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι συμμαχίες της χώρας, η εικόνα της στο εξωτερικό, ο πολιτισμός της, ο τρόπος ζωής της και πολλά άλλα. Αυτά όμως είναι γνωστά. Σε σχέση με την Τουρκία θα πρέπει να προχωρήσουμε σε κάποια συγκεκριμένα μέτρα. Παραπάνω πρότεινα μερικά.

http://www.pontos-news.gr/article/175389/mporoyme-na-symviosoyme-me-toys-toyrkoys