Oι Αλβανοί της ΠΓΔΜ: To ιστορικό υπόβαθρο του ζητήματος και η προοπτική της εθνοτικής συνύπαρξης Σλαβομακεδόνων και Αλβανών μετά τη συμφωνία της Αχρίδας

Του Σπυρίδωνα Σφέτα*

Απρίλιος 29,  2017

 Η παρουσία των Αλβανών στην πρώην Γιουγκοσλαβία συνιστούσε ίσως το κυριότερο εθνοτικό πρόβλημα στην πολυεθνική κοινωνία της χώρας αυτής. Ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης ήταν στραμμένο, κυρίως μετά τις ταραχές του 1981, στο Κοσσυφοπέδιο, το οποίο θεωρούνταν ως πιθανή εστία ανάφλεξης στη Γιουγκοσλαβία, ελάχιστα ήταν γνωστά για τους Αλβανούς των Σκοπίων. Μετά την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ το 1991, την αναζωπύρωση του Μακεδονικού Ζητήματος και την αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του νέου κράτους, το ζήτημα των Αλβανών των Σκοπίων συγκέντρωσε την προσοχή της ελληνικής και διεθνούς κοινής γνώμης. Βασική παράμετρο του Μακεδονικού Ζητήματος αποτελεί το ερώτημα κατά πόσο οι Αλβανοί μπορούν να ενταχθούν στην κρατική δομή της ΠΓΔΜ ή θα μεταβληθούν σε παράγοντα αποσταθεροποίησης στην νότιο Βαλκανική, δεδομένης της γειτνίασης της χώρας αυτής με το Κοσσυφοπέδιο και του άμεσου ενδιαφέροντος της μετακομμουνιστικής Αλβανίας για τους ομοεθνείς στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Στο έδαφος της ΠΓΔΜ οι Αλβανοί δεν ήταν αυτόχθονες αλλά κατά βάση επήλυδες. Μαζικές αλβανικές εγκαταστάσεις από τη Βόρειο Αλβανία στην ΠΓΔΜ σημειώθηκαν κατά την περίοδο 1780-1840. Κύρια αποστολή των εξισλαμισμένων Αλβανών ήταν η διατήρηση της τάξης προς όφελος της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η κατάπνιξη των εξεγέρσεων των χριστιανικών πληθυσμών. Με την εγκατάσταση τους οι Αλβανοί επιδόθηκαν όχι μόνο σε αγριότητες και διαρπαγή των γαιών του χριστιανικού πληθυσμού,  αλλά επέβαλαν και σε αρκετές περιπτώσεις το βίαιο εξισλαμισμό. Νέες μαζικές εγκαταστάσεις Αλβανών παρατηρήθηκαν μετά το 1878, όταν οι Σέρβοι, σύμφωνα με τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου, προσάρτησαν τις πόλεις Νύσσα, Πιρότ, Βράνγιε, Λέσκοβατς, οπότε ο αλβανικός πληθυσμός τους προτίμησε να μεταναστεύσει παρά να παραμείνει υπό σερβική κυριαρχία.

Στόχος του αλβανικού εθνικού κινήματος στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ήταν η αναγνώριση της αυτονομίας των βιλαετιών Ιωαννίνων, Μοναστηρίου, Σκόδρας και Κοσόβου ως του «αλβανικού ιστορικού χώρου» από την Υψηλή Πύλη. Οι Αλβανοί, επωφελούμενοι από τις υψηλές θέσεις που κατείχαν στο οθωμανικό κράτος, οραματίζονταν ένα μεγάλο αλβανικό κράτος με αυθαίρετα κριτήρια. Καθώς ενιαίο αλβανικό κράτος δεν είχε υπάρξει στο παρελθόν, ο όρος «Αλβανία» ήταν ασαφής. Συμπαγείς αλβανικοί πληθυσμοί υπήρχαν κυρίως στο βιλαέτι της Σκόδρας. Στο βιλαέτι των Ιωαννίνων υπήρχε ελληνικός πληθυσμός με οικονομική και πολιτιστική εμβέλεια, στα βιλαέτια Κοσόβου και του Μοναστηρίου σλάβικος πληθυσμός, διεκδικούμενος από Σέρβους και Βούλγαρους. Έλληνες και Σέρβοι γενικά που είχαν εθνικά κράτη και αγωνίζονταν για την εθνική τους ολοκλήρωση ήταν ένα σοβαρό εμπόδιο για τους Αλβανούς. Μια ραγδαία κατάρρευση του οθωμανικού κράτους μπορούσε να αποβεί ολέθρια για τους Αλβανούς. Έτσι, η εξασθένιση του οθωμανικού κράτους κατά τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο του 1911-12, η πτώση των Νεότουρκων τον Ιούλιο του 1912 και η ανάληψη της εξουσίας από τους Φιλελευθέρους, η διαφαινόμενη προσέγγιση των βαλκανικών κρατών συνετέλεσαν ώστε οι Αλβανοί να μετριάσουν τα αιτήματά τους προς τους Οθωμανούς. Παρά την επιτυχία που σημείωσε η μεγάλη αλβανική εξέγερση του 1912 στο Κόσοβο, οι Αλβανοί υπαναχώρησαν από το πάγιο αίτημα της αυτονομίας των βιλαετιών και στο νέο υπόμνημα που υπέβαλε ο Χάσαν Πριστίνα στις 9 Αυγούστου 1912, γνωστό ως τα Δεκατέσσερα Σημεία του Χάσαν Πριστίνα, περιλαμβάνονταν γενικά αιτήματα για τη διατήρηση του άγραφου νόμου των Αλβανών, την εκπλήρωση της στρατιωτικής τους θητείας μόνο σε περίοδο ειρήνης μόνο σε ευρωπαϊκά βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το διορισμό Αλβανών ή ατόμων που να γνωρίζουν την αλβανική ως υπαλλήλων στα βιλαέτια του Κοσόβου, των Ιωαννίνων, της Σκόρδας και του Μοναστηρίου, την αναγνώριση της αλβανικής ως επίσημης, την αναγνώριση του δικαιώματος της οπλοφορίας, την ίδρυση αλβανικών σχολείων, τη χορήγηση γενικής αμνηστίας, την αποκατάσταση υλικών ζημιών, την ίδρυση μεντρεσέδων με γλώσσα διδασκαλίας την αλβανική, την αυστηρή εφαρμογή του ιερού νόμου. Καθώς η Υψηλή Πύλη δεν απάντησε εντός 2 ημερών από την υποβολή του Υπομνήματος, οι Αλβανοί υπό την ηγεσία του Ίσα Μπολετίνι και του Μπαϊράμ Τσούρι κατέλαβαν στις 13 Αυγούστου 1912 τα Σκόπια, την πρωτεύουσα του βιλαετίου του Κοσόβου. Στις 18 Αυγούστου η Υψηλή Πύλη δέχτηκε κατά βάση τα αιτήματα των Αλβανών, αλλά με σημαντικές τροποποιήσεις και ασάφειες. Απέρριψε το αίτημα για την αναγνώριση του δικαιώματος της οπλοφορίας των Αλβανών, εξαίρεσε το βιλαέτι της Σκόρδας από τις προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις και δεν αποσαφήνισε τον όρο «Αλβανία». Καθώς οι κύριοι εχθροί των Αλβανών δεν ήταν οι Οθωμανοί, αλλά τα γειτονικά βαλκανικά κράτη, οι Αλβανοί  δεν συμμετείχαν στις βαλκανικές συνεννοήσεις του 1912 και στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο πολέμησαν στο πλευρό των Οθωμανών. Η ίδρυση ανεξάρτητου αλβανικού κράτους το 1913 ήταν αποτέλεσμα της δράσης της αυστριακής και ιταλικής διπλωματίας. Το βιλαέτι της Σκόρδας αποτέλεσε ένα τμήμα του αλβανικού κράτους, ενώ το Κόσοβο και οι δυτικές περιοχές της σημερινής ΠΓΔΜ, που είχαν απελευθερωθεί από το σερβικό στρατό και είχαν αλβανικό πληθυσμό, επιδικάσθηκαν στη Σερβία με την υποχρέωση των Σέρβων να αποσύρει τον στρατό της από την Αδριατική.

1) Το νομικό καθεστώς των Αλβανών της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Από τη θρησκευτική μειονότητα του Μεσοπολέμου στην εθνική μειονότητα της μεταπολεμικής περιόδου.

Στο βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, όπου η Σερβία διαδραμάτιζε ηγεμονικό ρόλο, ζούσαν 441.000 Αλβανοί, σύμφωνα με τη στατιστική του 1921. Έχοντας ως βάση το γεγονός ότι από τους Αλβανούς έλλειπαν γενικά τα συνεκτικά στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του έθνους (φυλετικές, γλωσσικές και θρησκευτικές διαφορές) το Βελιγράδι δεν αναγνώριζε τους Αλβανούς ως εθνική μειονότητα, αλλά ως θρησκευτική – μουσουλμανική. Για τη Σερβία που θεωρούσε το Κόσοβο και τη σερβική Μακεδονία ωε το λίκνο του σερβικού μεσαιωνικού κράτους οι Αλβανοί αποτελούσαν ξένο σώμα, χωρίς ιστορικά δικαιώματα, και λόγω της προνομιακής τους θέσης ταυτίζονταν με τους Τούρκους. Το Βελιγράδι ασκούσε μια πολύπλευρη πολιτική εκσερβισμού στη σερβική Μακεδονία, που ήταν οικονομικά και κοινωνικά από τις περισσότερο υποβαθμισμένες περιοχές της Γιουγκοσλαβίας. Η σερβοκροατική επιβλήθηκε ωε επίσημη γλώσσα, ιδρύθηκαν σέρβικα σχολεία και στα Σκόπια, που ήταν η έδρα του Τρίτου Σώματος Στρατού, το Βελιγράδι διατηρούσε τις περισσότερες χερσαίες στρατιωτικές του δυνάμεις. Έτσι οι Αλβανοί οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν αναλφάβητοι αγρότες, κτηνοτρόφοι και εργάτες. Ήταν υποχρεωμένοι να στέλνουν τα παιδιά τους σε σερβικά σχολεία.

Τρεις ήταν οι βασικοί άξονες της αλβανικής πολιτικής του Βελιγραδίου: η αγροτική μεταρρύθμιση, συνδυασμένη με έναν εποικισμό Σέρβων, η εκτόπιση των Αλβανών και η αφομοίωσή τους μέσω της εκπαίδευσης. Οι σερβικές αρχές δήμευσαν και απαλλοτρίωσαν τα κτήματα των Αλβανών μεγαλογαιοκτημόνων και τη βακουφική γη των τζαμιών, διανέμοντάς τα σε Σέρβους εποίκους, σε μια συστηματική προσπάθεια να ενισχύσουν το σερβικό στοιχείο, κυρίως στη μεθόριο με την Αλβανία και σε κεντρικά σημεία. Παράλληλα, οι Αλβανοί ενθάρρυναν ή εξαναγκάζονταν να μεταναστεύσουν στην Αλβανία και Τουρκία. Καθώς οι Σέρβοι δεν αναγνώριζαν αλβανική εθνική μειονότητα, ούτε λειτουργούσαν αλβανικά σχολεία ούτε οι Αλβανοί είχαν πολιτικές οργανώσεις. Υπήρχε μονάχα η θρησκευτική μουσουλμανική οργάνωση «Τζεμιέτ», που εκπροσωπούσε τους Αλβανούς και τους Τούρκους. Για να δικαιολογήσουν την πολιτική του εκσερβισμού των Αλβανών, οι Σέρβοι προπαγάνδιζαν τη θέση ότι οι Αλβανοί Γκέκηδες του Κοσόβου και της σερβικής Μακεδονίας είναι εξισλαμισμένοι (εξαλβανισμένοι) σερβικοί  πληθυσμοί. Παρόλο που από τα τέλη του 17ου αιώνα ήταν συχνές τέτοιες περιπτώσεις στο Κόσοβο, μια γενικευμένη είναι αβάσιμη. Για τη Σερβία που θεωρούσε το Κόσοβο και τη σερβική Μακεδονία ως το λίκνο του σερβικού μεσαιωνικού κράτους, οι Αλβανοί αποτελούσαν ξένο σώμα, χωρίς ιστορικά δικαιώματα, και ταυτίζονταν με τους Τούρκους. Οι Σέρβοι ίδρυσαν μόνο σερβικά σχολεία, αλλά υπήρχε απροθυμία από την πλευρά των Αλβανών για φοίτηση. Στις θρησκευτικές σχολές, τους μεντρεσέδες, γλώσσα διδασκαλίας ήταν η σερβοκροατική. Μόλις η οργάνωση «Τζεμιέτ» έθεσε ζήτημα ίδρυσης αλβανικών σχολείων, διαλύθηκε από τις σερβικές αρχές το 1925.

Η πολιτική εκσερβισμού των Αλβανών ήταν καταδικασμένοι σε αποτυχία. Μη έχοντας σλαβική καταγωγή, μιλώντας μια γλώσσα ακατανόητη για τους σλαβικούς λαούς της Γιουγκοσλαβίας, όντας μουσουλμάνοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, με χαρακτηριστικά παραδοσιακής φυλετικής οργάνωσης με βάση το Κανούν του Λεκ Ντουγκατζίν, οι Αλβανοί ήταν αδύνατο να εκσερβιστούν. Στερούμενοι μειονοτικών ζητημάτων ήταν αδύνατο να ενταχθούν στο γιουγκοσλαβικό κράτος. Σθεναρή αντίσταση στον εκσερβισμό δεν ήταν ωστόσο σε θέση να προβάλουν. Μέχρι το 1925 περιορισμένη ένοπλη αντίσταση στην πολιτική του εκσερβισμού πρόβαλλε το Κομιτάτο του Κοσόβου, στέλνοντας μικρές ένοπλες ομάδες, ληστρικού χαρακτήρα στις περισσότερες περιπτώσεις τους λεγόμενους κατσάκι που στρέφονταν κατά των σερβικών αρχών. Το αλβανικό κράτος του Αχμέτ Ζώγου δεν άσκησε καμιά συστηματική αλυτρωτική πολιτική για τους Αλβανούς της Γιουγκοσλαβίας. Με δεδομένο τον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών, το κύριο ίσως επίτευγμα των Σέρβων ήταν η διατήρηση μιας σχετικής πληθυσμιακής ισορροπίας μεταξύ Αλβανών και Σέρβων στο Κόσοβο και τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Για παράδειγμα το 1939 Αλβανοί, Αθίγγανοι και Τούρκοι στο Κόσοβο αποτελούσαν το 65% (422.827.000), ενώ οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι το 35%. Σέρβικο σχέδιο για την υποχρεωτική μετανάστευση 40000 μουσουλμάνων οικογενειών από τη Νότιο Σερβία προς την Τουρκία δεν υλοποιήθηκε  λόγω του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας στις 17 Απριλίου 1941 με βάση τη συμφωνία Ρίμπεντροπ – Τσιάνο της 24ης Απριλίου 1941 η ιταλική ζώνη κατοχής της σερβικής Μακεδονίας περιελάμβανε τις αλβανόφωνες περιοχές του Τετόβου, Γκόστιβαρ, Κίτσεβο, Ντέμπαρ, τη λίμνη της Αχρίδας και ορισμένα χωριά των Πρεσπών. Το υπόλοιπο της σερβικής Μακεδονίας τελούσε υπό βουλγαρική κατοχή. Το μεγαλύτερο μέρος του Κοσόβου (με εξαίρεση τη Μητροβίτσα και τα ορυχεία της Τρέπτσα που κατέλαβε η Γερμανία) καθώς και τμήματα του Μαυροβουνίου (Πλαβ, Γκούσινγιε, Ούλτσιν) καταλήφθηκαν από την Ιταλία. Η Βουλγαρία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη συνοριακή ζώνη ως οριστική και κατέβαλε προσπάθειες για την αναθεώρησή της, διεκδικώντας αλβανόφωνες περιοχές. Σημειώθηκαν συμπλοκές μεταξύ βουλγαρικού και ιταλικού στρατού. Στις 12 Αυγούστου 1941 οι ιταλικές ζώνες κατοχής του Κοσόβου, της σέρβικης Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου προσαρτήθηκαν στην Αλβανία και μέχρι το φθινόπωρο του 1944 αποτέλεσαν τμήματα της Μεγάλης Αλβανίας. Με τη μεταβολή αυτή του καθεστώτος εγκαινιάστηκε και η επιχείρηση πλήρους αλβανοποίησης των περιοχών αυτών. Η αλβανική γλώσσα επιβλήθηκε ως επίσημη, η πολιτική διοίκηση, η αστυνομία και τα δικαστήρια στελεχώθηκαν από Αλβανούς που μεταφέρθηκαν από την Αλβανία, οι οδοί απέκτησαν αλβανικά ονόματα, τέθηκε σε ισχύ η αλβανική νομοθεσία και στα δημόσια κτίρια κυμάτιζε η αλβανική σημαία. Όλοι οι εξ αίματος Αλβανοί απέκτησαν αλβανική υπηκοότητα. Ιδρύθηκαν αλβανικά σχολεία με εκπαιδευτικό προσωπικό και εγχειρίδια από εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αλβανίας. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας συνίστατο κυρίως στην καλλιέργεια της μεγαλοαλβανικής εθνικής ιδεολογίας και στον εκθειασμό του φασιστικού ιδεώδους. Οι αλβανικές αρχές φρόντισαν επίσης για τη διατήρηση των αλβανικών ηθών και εθίμων. Έτσι, για παράδειγμα θεωρήθηκε ως απόδειξη εθνικής υπερηφάνειας και απελευθέρωσης να φορούν οι Αλβανοί τον παραδοσιακό λευκό σκούφο. Ο σλαβικός πληθυσμός υπήρξε θύμα εξαλβανισμού τόσο στο Κόσοβο όσο και στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Πάνω από 100.000 Σέρβοι εγκατέλειψαν το Κόσοβο, ενώ οι Βουλγαρομακεδόνες από τις αλβανοκρατούμενες περιοχές μετέβησαν στη βουλγαρική ζώνη κατοχής. Αντισλαβική δράση ανέπτυξε αρχικά η αλβανική σοβινιστική οργάνωση «Μπάλι Κομπετάρ» που ιδρύθηκε το 1942 από τον Μιδάτ Φράσερι, γιο του Αβδούλ Φράσερι θεμελιωτή της Λίγκας της Πριζρένης το 1878. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (Σεπτέμβριος 1943), όταν η Γερμανία ανέλαβε την υπεράσπιση της Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας της Αλβανίας, ιδρύθηκαν η Δεύτερη Λίγκα της Πριζρένης με παναλβανικά σχέδια και η επίλεκτη ταξιαρχία των SS Σκεντέρμπεη. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας οι Βούλγαροι, επικαλούμενοι το νόμο της 10ης Ιουνίου 1942 για τη βουλγαρική υπηκοότητα, άρχισαν να απελαύνουν Αλβανούς από την πόλη των Σκοπίων ως αντίποινα για την  τύχη του σλαβικού πληθυσμού στις δυτικές περιοχές. Οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και του Κοσόβου, θεωρώντας ότι απελευθερώθηκαν από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, δεν προσχώρησαν μαζικά στο γιουγκοσλαβικό αντιστασιακό κίνημα του Τίτο. Τον Οκτώβριο / Νοέμβριο του 1944 πρόβαλαν λυσσαλέα αντίσταση στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους στο Τέτοβο και Γκόστιβαρ. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας αναγνώριζε τους Αλβανούς ως εθνική μειονότητα. Το Κόσοβο εντάχθηκε ως αυτόνομη περιοχή εντός της Σερβίας, ενώ οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας θα συμβίωναν ως εθνική μειονότητα με τους αναγνωρισμένους ως κυρίαρχο έθνος Σλαβομακεδόνες εντός της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβικής Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Οι Αλβανοί των Σκοπίων  απέκτησαν εκπαιδευτικά και πολιτικά δικαιώματα, αλλά, όπως και οι Κοσοβάροι, επιδίωκαν την ίδρυση μιας ομόσπονδης αλβανικής δημοκρατίας εντός της Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή την ισοτιμία τους με τους Σλάβους και όχι απλά το καθεστώς της μειονότητας. Οι ταραχές στο Κόσοβο το 1968 και το 1981 είχαν άμεσο αντίκτυπο και στα Σκόπια. Ο αλβανικός πληθυσμός της ομόσπονδης γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας αυξήθηκε σημαντικά και λόγω του υψηλού δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών και λόγω της εγκατάστασης εκεί Αλβανών από το Κόσοβο. Ενώ το 1961 οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας ανέρχονταν σε 183.108 άτομα, το 1971 έφθασαν τις 279.871 και το 1981 τις 377.726. Μετά το 1981 οι  σχέσεις Αλβανών και Σλαβομακεδόνων χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερη οξύτητα. Οι Αλβανοί οδηγήθηκαν σε αυτοπεριχαράκωση. Καθιερώθηκε ένα είδος “apartheid” που λειτουργούσε ως άγραφος νόμος. Μειώθηκε σημαντικά το ποσοστό εκπροσώπησης των Αλβανών στα κρατικά και κομματικά όργανα, συρρικνώθηκαν τα εκπαιδευτικά τους δικαιώματα, οι αρχές των Σκοπίων έλαβαν μέτρα κατά της υπεργεννητικότητας των Αλβανών και το σύνταγμα του 1989 χαρακτήριζε τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ως «το εθνικό κράτος του μακεδονικού λαού».

 2) Από το καθεστώς της εθνικής μειονότητας στον αγώνα για ισοτιμία με τους Σλαβομακεδόνες.

Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ, τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, τη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς και την ίδρυση των πολιτικών κομμάτων το αλβανικό ζήτημα εισήλθε σε νέα φάση. Δύο ήταν αρχικά τα βασικότερα αλβανικά κόμματα, το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας με ηγέτη τον Αβδουραχμάν Αλίτι (1990) και το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών (1997) με ηγέτη τον Άρμπεν Τζαφέρι. Καθιερώθηκε ως άγραφος νόμος η συμμετοχή αλβανικού κόμματος στην κυβέρνηση, οι Αλβανοί είχαν το δικαίωμα έκδοσης εφημερίδων και περιοδικών, ίδρυσης ιδιωτικών ραδιοφώνων και τηλεοπτικών σταθμών. Αλλά το κύριο αίτημά τους ήταν η ισοτιμία τους με τους Σλαβομακεδόνες και οι πολιτικοί τους αγώνες επικεντρώνονταν σε τρεις βασικούς άξονες: στην αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσας και του δικαιώματος ανάρτησης της αλβανικής σημαίας, στην επαρκή εκπροσώπησή τους στις δημόσιες υπηρεσίες και το στρατό και στην αναγνώριση του αλβανικού Πανεπιστημίου στο Τέτοβο. Οι κυβερνήσεις των Σκοπίων μερικώς ικανοποίησαν ορισμένα αιτήματα των Αλβανών μετά το 1998, για παράδειγμα επιτράπηκε στους Αλβανούς βουλευτές να αγορεύουν στην αλβανική, σιωπηρά λειτουργούσε το αλβανικό Πανεπιστήμιο του Τετόβου, θέσεις αστυνομικών διευθυντών σε αλβανικές περιοχές (Τέτοβο) δόθηκαν σε Αλβανούς, επιτράπηκε η ανάρτηση της αλβανικής σημαίας, αλλά μόνο σε εθνικές γιορτές. Οι Αλβανοί, ωστόσο,  παρέμειναν ανικανοποίητοι. Παρά τις ανταγωνιστικές σχέσεις που ανέπτυξαν τα αλβανικά πολιτικά κόμματα στην εσωτερική τους πολιτική, όλα τα αλβανικά πολιτικά κόμματα τόσο στο Κόσοβο όσο και στα Σκόπια έθεσαν δύο συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους: ανεξαρτησία του Κοσόβου και ομοσπονδοποίηση της ΠΓΔΜ. Η δυναμική που απέκτησε το αλβανικό ζήτημα μετά τις εξελίξεις στο Κόσοβο το 1998/99 επέδρασε καταλυτικά και στους Αλβανούς των Σκοπίων. Ο ένοπλος αγώνας κρίθηκε απαραίτητος για την ικανοποίηση των πολιτικών τους επιδιώξεων. Καρπός της ένοπλης σύγκρουσης του 2001 υπήρξε η συμφωνία της Αχρίδας.

3) Η συμφωνία της Αχρίδας. Ιστορική καμπή της εξέλιξης του αλβανικού ζητήματος στην ΠΓΔΜ.

H συμφωνία της Αχρίδας αποτελεί πράγματι μια ιστορική καμπή στην  εξέλιξη  του ανεξάρτητου κράτους των Σκοπίων, καθώς οδήγησε στην αλλοίωση της εσωτερικής του φυσιογνωμίας. Η ένοπλη εξέγερση των Αλβανών  στην ΠΓΔΜ το 2001 δεν έχει  ακόμα  διαλευκανθεί πλήρως,[1] ωστόσο δύο γεγονότα είναι αναμφισβήτητα: ότι η σύγκρουση Σλαβομακεδόνων και Αλβανών το 2001 στην ΠΓΔΜ ήταν αντανάκλαση της δυναμικής του ζητήματος του Κοσόβου μετά το 1999 και ότι  αμερικανικοί παράγοντες ενεπλάκησαν στην κρίση για την προώθηση μιας πολιτικής συμφωνίας με την οποία οι Αλβανοί θα αναγορεύονταν σε συνταγματικό έθνος στην ΠΓΔΜ.  [2]  Η κυβέρνηση του Georgievski  αποτράπηκε να κηρύξει πόλεμο κατά των Αλβανών  ή να δεχτεί στρατιωτική βοήθεια από την Ουκρανία ώστε να μην κατανικήσει τους Αλβανούς αντάρτες και η αναμέτρηση να παραμείνει αμφίρροπη. Όπως και στο Κόσοβο, έτσι και στην ΠΓΔΜ συγκροτήθηκε ο λεγόμενος ‘’Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός’’ – Ushtria Çlirimtare Kombëtare- με πολιτικό εκπρόσωπο τον Ali Ahmeti. Ο ηλικίας τότε 43 ετών Ahmeti από το Κίτσεβο ήταν άγνωστος στην ΠΓΔΜ. Έλλειπε 20 χρόνια στην Ελβετία  και έζησε αρκετό χρονικό διάστημα στο Κόσοβο. Η πρώην σοσιαλιστική γιουγκοσλαβική  κυβέρνηση τον κατηγόρησε για υπόθαλψη αλβανικού σεπαρατισμού, όπως και τον θείο του Fezli Veliu. Συμμετείχε στην ίδρυση του UÇK (Ushtria Çlirimtare e Kosovës ) και με το ψευδώνυμο ‘’ Abazi ‘’ πολέμησε γενναία στο Κόσοβο το 1999. Ως πολιτικός εκπρόσωπος του  UÇK στην ΠΓΔΜ τόνιζε ότι  η ένοπλη εξέγερση των Αλβανών αποσκοπούσε στη βελτίωση του νομικο-πολιτικού καθεστώτος  των Αλβανών στις δυτικές περιοχές της  ΠΓΔΜ, όπου οι Αλβανοί αποτελούν την πλειοψηφία.[3] Με τη διαιτησία του Αμερικανού πρέσβη στα Σκόπια, James Pardew , και του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Francois Leotard, άρχισαν  οι ειρηνευτικές  διαπραγματεύσεις μεταξύ των κυρίων σλαβομακεδονικών και αλβανικών κομμάτων. Στις 13 Αυγούστου 2001 (επέτειο της εισόδου των εξεγερμένων  Αλβανών στα Σκόπια το 1912)  υπογράφτηκε η συμφωνία   της Αχρίδας από τον Πρόεδρο της χώρας, Boris Trajkovski, τον ηγέτη της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης Branko Cervenkovski (Μπράνκο Τσερβενκόφσκυ), τον ηγέτη της  VMRO-DPMNE και Πρωθυπουργό  Ljupčo Georgievski, τον αρχηγό του Δημοκρατικού Κόμματος των Αλβανών  Arben Xhafëri (Άρμπεν Τζαφέρι)  και τον αρχηγό του Κόμματος της Δημοκρατικής Ευημερίας Imer Imeri, όπως και από τους Pardew και Leotrard. Η συμφωνία περιείχε συνολικά τα εξής σημεία: 1 ) αλλαγή του προοιμίου του συντάγματος, στο οποίο αναφερόταν ότι η ‘Δημοκρατία της Μακεδονίας’’ είναι το κράτος του μακεδονικού λαού, 2) χρήση της αλβανικής γλώσσας στο Κοινοβούλιο, 3) ισοτιμία της αλβανικής  γλώσσας στους δήμους όπου οι Αλβανοί αποτελούν το 20% , 4) ανάλογη με την πληθυσμιακή τους δύναμη εκπροσώπηση των Αλβανών στη διοίκηση και την αστυνομία, 5) χορήγηση περισσοτέρων αρμοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση,  ένα είδος αποκέντρωσης,  6) ισοτιμία της  ‘’Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ‘’ με την Καθολική Εκκλησία και την Ισλαμική Ένωση, 7) χορήγηση οικονομικής βοήθειας από τη Συνδιάσκεψη των Δωρητριών Χωρών για την αποκατάσταση των ζημιών στη διάρκεια του πολέμου.

Η συμφωνία δεν υπογράφτηκε μετά από συναίνεση Αλβανών και Σλαβομακεδόνων, αλλά μετά από τις απειλές του ΝΑΤΟ ότι δεν θα αναμιχθεί στην ένοπλη σύρραξη, αν επαναληφθεί, και τις δηλώσεις των Αλβανών ότι θα ανακηρύξουν την ‘’Δημοκρατία της Ιλλυρίδας’’, δηλαδή την απόσχιση, αν δεν επιτευχθεί πολιτική συμφωνία. Το εθνοτικό χάσμα  Σλαβομακεδόνων  και Αλβανών διευρύνθηκε στη διάρκεια της σύρραξης, καθώς και οι δύο πλευρές θρήνησαν θύματα και πυρπόλησαν εκκλησίες και τζαμιά. Σλαβομακεδόνες κάτοικοι των δυτικών περιοχών της ΠΓΔΜ εγκατέλειψαν τις εστίες τους και εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες στα Σκόπια. Η συμφωνία ήταν μια πολιτική νίκη των Αλβανών που αναγορεύτηκαν σε συνταγματικό έθνος, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει μονάχα το δικαίωμα του veto. Οι Σλαβομακεδόνες παρέμειναν δύσπιστοι έναντι των Αλβανών. Υπό την σκέπη νατοϊκών δυνάμεων άρχισε στα τέλη Αυγούστου η επιχείρηση αφοπλισμού των Αλβανών ανταρτών (Essential Harvest Operation) και ολοκληρώθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2001, αλλά ούτε ήταν γνωστός ο οπλισμός των Αλβανών  ούτε  είναι σίγουρο αν οι Αλβανοί παρέδωσαν τα προηγμένης τεχνολογίας όπλα τους . Η σλαβομακεδονική πλευρά είχε επίγνωση των πολιτικών επιπτώσεων  της συμφωνίας και, επικαλούμενη την ύπαρξη μουτζαχεντίν στις τάξεις των Αλβανών ανταρτών, τους οποίους στιγμάτισε ως ‘’τρομοκράτες’’,[4] προσπάθησε μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 να την τροποποιήσει. Έτσι, ο Πρόεδρος της Βουλής, Stojan Antov, κωλυσιεργούσε στην έναρξη των διαδικασιών για την επικύρωση της συμφωνίας, αλλά μετά από πίεση του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. τελικά  υποχώρησε. Δύο ήταν τα επίμαχα σημεία των συνταγματικών αλλαγών που οι Σλαβομακεδόνες ήθελαν να αποφύγουν: η αλλαγή του προοιμίου του συντάγματος και η ισοτιμία της Ισλαμικής Ένωσης με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Στην πρώτη περίπτωση η όλη προβληματική συνίστατο στην αποφυγή του χαρακτηρισμού των Αλβανών ως ‘’λαού’’, δηλαδή ως κυρίαρχου έθνους. Μετά από μαραθώνιες συζητήσεις  η τελική φόρμουλα που εισήχθηκε είναι: ‘’ Οι πολίτες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ο μακεδονικός λαός,  και οι πολίτες που κατοικούν στα όριά της και αποτελούνται από τμήματα του αλβανικού λαού, του σερβικού λαού, του βλάχικου λαού, του βοσνιακού λαού.. ‘’  Για να αποφευχθεί η εξίσωση των όρων μακεδονικός και αλβανικός λαός προτιμήθηκε η φόρμουλα ‘’ τμήμα του αλβανικού λαού’’ με την ταυτόχρονη αναβάθμιση όλων των εθνοτικών ομάδων σε λαό. Τίποτα  ωστόσο δεν μεταβάλλει το πνεύμα της συμφωνίας, έστω και εάν η έκφραση’’ τμήμα του αλβανικού λαού ‘’ μπορεί κατά το δοκούν να ερμηνευτεί από τη σλαβομακεδονική πλευρά ως ‘’αλβανική μειονότητα’’. Παρά την αντίδραση της Ορθόδοξης  Εκκλησίας των Σκοπίων  τροποποιήθηκε και το άρθρο 19 του συντάγματος που προβλέπει ότι η ‘’Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία’’, η Ισλαμική Ένωση και οι άλλες εκκλησίες  είναι ανεξάρτητες από το κράτος και ισότιμες ενώπιον του νόμου. Μετά τις αλλαγές αυτές η συμφωνία της Αχρίδας επικυρώθηκε από τη Βουλή τα μεσάνυχτα της 17ης Νοεμβρίου 2001.  Με τις συνταγματικές αυτές τροποποιήσεις η ΠΓΔΜ απώλεσε και de-jure τη σλαβική εσωτερική της ταυτότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, δυσαρεστημένη από την εξίσωσή της με την Ισλαμική Ένωση, απείλησε ακόμα και με αφορισμό τους Σλαβομακεδόνες βουλευτές   που ψήφισαν την αλλαγή του άρθρου 19 του συντάγματος. Η υπόθεση θυμίζει την περίπτωση του Κογκορδάτου του Milan Stojadinović στη Γιουγκοσλαβία το 1937. Σε μια κίνηση εξευμενισμού της εκκλησίας και καθησυχασμού της κοινής γνώμης  η κυβέρνηση  Georgievski δαπάνησε ένα τεράστιο ποσό για την κατασκευή ενός πελώριου, φωταγωγημένου τη νύχτα σταυρού, που συγκρίνεται με τον σταυρό των Ku-Klux-Klan στην Αμερική ως σύμβολο ζωής. Τον Σεπτέμβριο του 2002  ο σταυρός στήθηκε  σε έναν λόφο, ορατό από την αλβανική συνοικία, και εκπέμπει ένα πολιτικό μήνυμα προς τους Αλβανούς: η ΠΓΔΜ ανήκει στην ορθόδοξη σλαβικής της πλειοψηφία. [5]

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2001 ο ‘’ Εθνικός Απελευθερωτικός  Στρατός’’ κήρυξε αυτοδιάλυση, καθώς είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία του αφοπλισμού του. Ωστόσο, ήταν διάχυτη η πεποίθηση στους σλαβομακεδονικούς κύκλους ότι η υπόθεση του αφοπλισμού ήταν ένα φιάσκο.  Για την ένταξη των πρώην αλβανών ανταρτών στην κοινωνία και τον ομαλό πολιτικό βίο, μετά από πίεση της διεθνούς κοινότητας, η κυβέρνηση Georgievski συνέταξε νομοσχέδιο για τη χορήγηση αμνηστίας στους πρώην αλβανούς  αντάρτες που διέπραξαν αδικήματα από την 1.1.2001 μέχρι την 26η Σεπτεμβρίου 2001. Παρά τις αντιδράσεις Σλαβομακεδόνων πολιτών και τις αρνητικές γνωμοδοτήσεις Ποινικολόγων και Διεθνολόγων, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε με οριακή πλειοψηφία στις  7 Μαρτίου 2002 από τη Βουλή και έγινε νόμος του κράτους. Από την αμνηστία εξαιρέθηκαν μονάχα τα άτομα που ενέχονταν σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας  και του διεθνούς δικαίου ή εμπλέκονταν σε υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών[6]. Μόνο μετά την ψήφιση του νόμου  κατέστη δυνατή η χορήγηση οικονομικής βοήθειας στα Σκόπια από τη Συνδιάσκεψη των δωρητριών χωρών. Για τη διατήρηση της τάξης, μετά τον αφοπλισμό των αλβανών ανταρτών, οι νατοϊκές δυνάμεις της επιχείρησης Essensial Harvest  αντικαταστάθηκαν από νέες νατοϊκές δυνάμεις υπό γερμανική διοίκηση   (Amber Fox Operation) με το πρόσχημα της παροχής προστασίας στους εκπροσώπους του Οργανισμού Ασφάλειας και Συνεργασίας της Ευρώπης. Στη διάρκεια του 2003 οι νατοϊκές δυνάμεις εγκατέλειψαν τη χώρα, στην οποία εγκαταστάθηκαν δυνάμεις του νεοδημιουργηθέντος Ευρωστρατού. Στις 15 Δεκεμβρίου 2003 ο Ευρωστρατός αντικαταστάθηκε από ευρωπαϊκές αστυνομικές δυνάμεις. Ισχυρή διεθνής στρατιωτική παρουσία δεν κρίθηκε πλέον απαραίτητη, διότι μια νέα πολεμική ανάφλεξη μετά τον αφοπλισμό των Αλβανών ανταρτών και  την επικύρωση της Συμφωνίας της Αχρίδας θεωρήθηκε απίθανη.

Τα γεγονότα του 2001 και η Συμφωνία της Αχρίδας ανέτρεψαν το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στην ΠΓΔΜ. H VMRO-DPMNE κατηγορήθηκε από τη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση ότι απέτυχε να  αποτρέψει την κρίση ή να τη διαχειριστεί κατά τα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Δηλώσεις του Georgievski κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων για την ανάγκη ενός οριστικού διαζυγίου με τους Αλβανούς και της ανταλλαγής εδαφών στιγματίστηκαν από τον Cervenkovski ως σχέδιο του Πρωθυπουργού και του συμμετέχοντος στην κυβέρνηση αλβανικού κόμματος του Xhafëri για διαμελισμό της ΠΓΔΜ. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τα γεγονότα ενόψει και των βουλευτικών εκλογών του 2002. Η   μετάλλαξη της VMRO-DPMNE από εθνικιστικό κόμμα της αντιπολίτευσης σε  κυβερνητικό  κόμμα της ‘’θετικής ενέργειας’’, του ανοίγματος προς τους γείτονες και των παραχωρήσεων προς τους Αλβανούς , η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση, η διαφθορά και σε τελευταία ανάλυση η ηθική ήττα του κόμματος το 2001 συνέβαλαν στην άνοδο της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης. Στον αλβανικό πολιτικό χώρο ο Ahmeti  ήταν ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος του παιχνιδιού, καθώς μπορούσε να ισχυριστεί ότι με την ένοπλη αντίσταση σε λίγους μήνες εξασφάλισε στους Αλβανούς όσα  σε 10 χρόνια δεν κατάφεραν το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας. Μετά τη χορήγηση της αμνηστίας προσπάθησε να ενοποιήσει τα αλβανικά πολιτικά κόμματα, ιδρύοντας ένα ‘’Συντονιστικό Συμβούλιο των Αλβανών’’,  θεωρητικά με σκοπό την επιτάχυνση των προσπαθειών για την εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας, στην ουσία όμως για να ελέγχει τον αλβανικό πολιτικό χώρο. Καθώς οι προτάσεις του απορρίφθηκαν από τα αλβανικά πολιτικά κόμματα, ο Ahmeti ίδρυσε στις 5 Ιουνίου του 2002 στο Τέτοβο νέο πολιτικό κόμμα, ‘’τη Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση’’ (Bashkimi Demokratik për Integritët). To κόμμα στελεχώθηκε από πρώην οπλαρχηγούς του UÇK, στενούς συνεργάτες του Ahmeti, όπως τους  Gëzim Ostreni, Nazmi Beqiri, Fazli Veliu, Musa Xhaferi[7] και διακήρυξε ως πολιτικό πρόγραμμα την ειρηνική συμβίωση Σλαβομακεδόνων και Αλβανών σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία  με βάση τη συμφωνία της Αχρίδας.

Στις εκλογές της 15ης Σεπτεμβρίου 2002 ο συνασπισμός ‘’Μαζί για τη Μακεδονία’’ (Zaedno za Makedonija), του οποίου ηγήθηκε η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση, κέρδισε το 40, 46%  των ψήφων και 59 έδρες (σε σύνολο 120 εδρών στη Βουλή), ο συνασπισμός της VMRO-DPMNE με το Φιλελεύθερο Κόμμα το 24,4% και 34 έδρες, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση το 11,85% των ψήφων και 16 έδρες, περιορίζοντας το ποσοστό όλων των άλλων αλβανικών κομμάτων στο 7,5 % και σε 9 έδρες. Οι εκλογές διεξήχθηκαν με την παρουσία  παρατηρητών του ΟΑΣΕ, χωρίς σοβαρά επεισόδια.[8]

Κατά τον άγραφο νόμο που ισχύει στην ΠΓΔΜ, η συμμετοχή αλβανικού κόμματος στην κυβέρνηση θεωρείται απαραίτητη για την σταθερότητα της χώρας. Παρά την προέλευσή της από τους αντάρτες του UÇK, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση ως το ισχυρότερο αλβανικό κόμμα δεν μπορούσε να αποκλειστεί από τις διαβουλεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης, καθόσον το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών του Xhafëri ως άλλοτε πολιτικός εταίρος της  VMRO-DPMNE αποκλειόταν εκ προοιμίου, ενώ η αριθμητική δύναμη του Κόμματος της Δημοκρατικής Ευημερίας ήταν  ευκαταφρόνητη. Έτσι,  τον Οκτώβριο του 2002 ο Cervenkovski συγκρότησε  με τον Ahmeti κυβέρνηση συναπισπισμού. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση κράτησε τα σημαντικά Υπουργεία Αμύνης, Εξωτερικών και Εσωτερικών, ενώ η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση τα Υπουργεία Δικαιοσύνης, Μεταφορών, Παιδείας και Υγείας. Στις 31 Οκτωβρίου 2002 η κυβέρνηση Cervenkovski έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή. Ο Ahmeti, τον οποίο σλαβομακεδονικοί εθνικιστικοί είχαν απειλήσει με δολοφονία, αν τολμούσε να εισέλθει στη Βουλή, για  ευνόητους λόγους δεν έλαβε χαρτοφυλάκιο . Ωστόσο, οι απειλές δεν πραγματοποιήθηκαν και μέχρι σήμερα ο Ahmeti κινείται ανενόχλητα στη χώρα. Οι επίλεκτες σλαβομακεδονικές αστυνομικές δυνάμεις,  οι επιλεγόμενοι  Λέοντες, που είχαν ειδικευτεί στον πόλεμο κατά ‘’Αλβανών τρομοκρατών’’, διαλύθηκαν τον Ιανουάριο του 2003.

Μετά την ήττα της η VMRO-DPMNE υπέστη ένα κύμα διώξεων από τη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση στο όνομα της ‘’κάθαρσης’’. Στην ουσία επρόκειτο για μια συστηματική προσπάθεια εξόντωσης της αντιπολίτευσης, που θυμίζει τα πολιτικά και κομματικά πάθη της Ελλάδας του ‘ 50 και ’60.  Τέθηκε ζήτημα ηγεσίας του κόμματος και  ως νέος αρχηγός εκλέχτηκε o Nikola Gruevski τον Μάιο του 2003 .O Georgievski ίδρυσε νέο κόμμα, τη VMRO-Narodna,  και έτσι η εσωτερική διάσπαση επισφραγίστηκε και τυπικά. Το ίδιο σκηνικό διαγράφτηκε και στον αλβανικό πολιτικό χώρο, όπου το κόμμα του Ahmeti, ως κόμμα εξουσίας και με την αίγλη της στρατιωτικής και πολιτικής νίκης στην κρίση του 2001, ουσιαστικά περιθωριοποίησε τα άλλα αλβανικά πολιτικά κόμματα, καθιστώντας τον άλλοτε ισχυρό άνδρα Arben Xhafëri έναν ήσσονος σημασίας πολιτικό αντίπαλο. Ως ηγέτες της αντιπολίτευσης τόσο o Gruevski όσο και ο Xhafëri ανέπτυξαν μια εθνικιστική ρητορική (σλαβομακεδονική και αλβανική αντίστοιχα)  για εσωτερική πολιτική κατανάλωση.

Βασική αποστολή της νέας κυβέρνησης- πέρα από τους σταθερούς στόχους της ένταξης στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.- ήταν η εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας.   Ωστόσο, οι Αλβανοί διαπραγματεύονταν πλέον από θέση ισχύος, θέτοντας σε ομηρία τη σλαβομακεδονική πλευρά και επισείοντας τον κίνδυνο επανάληψης των συγκρούσεων, αν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά τους.  Έτσι, οι Αλβανοί όχι μονάχα ερμήνευσαν με τη δική τους λογική τους όρους της Συμφωνίας, αλλά έθεσαν και νέα αιτήματα, πέραν του πλαισίου της Συμφωνίας.  Καθώς το Υπουργείο Παιδείας δόθηκε σε Αλβανό, τον Ιούλιο του 2003 η κυβέρνηση αποφάσισε τη νομιμοποίηση  και την κρατικοποίηση του Πανεπιστημίου του Τετόβου. Η νομιμοποίηση δεν προβλεπόταν στη Συμφωνία της Αχρίδας, αλλά, κατά την αλβανική  λογική, απέρρεε από μια ελεύθερη ερμηνεία του νέου προοιμίου του συντάγματος.  Παρά τις επισημάνσεις Πανεπιστημιακών από τον σλαβομακεδονικό ακαδημαϊκό χώρο ότι το Πανεπιστήμιο του Τετόβου θα διαδραματίσει για την αλβανική υπόθεση το ρόλο του Πανεπιστημίου της Πρίστινας στη δεκαετία του ‘ 70 ως φυτώριο αλβανικού εθνικισμού το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 21 Ιανουαρίου 2004. Έτσι, στο Τέτοβο υπάρχουν σήμερα δύο Πανεπιστήμια, το κρατικό αλβανικό και το ιδιωτικό  ευρωπαϊκό, το South-East European University, γνωστό ως Πανεπιστήμιο του  Max van der Stoel. Τα δύο Πανεπιστήμια έχουν αναπτύξει ανταγωνιστικές σχέσεις.[9]

Τον Οκτώβριο του 2003 η κυβέρνηση μείωσε σε 10 από τα 15 έτη τον απαιτούμενο χρόνο παραμονής στην ΠΓΔΜ προκειμένου να αποκτήσει κάποιος την υπηκοότητα.  Έτσι, ‘’νομιμοποιήθηκαν’’ ταχύτερα πολλοί Αλβανοί που είχαν διεισδύσει παράνομα στη χώρα μετά το 1991 . Μετά από καθυστέρηση ενός περίπου έτους δημοσιεύτηκαν την 1η Δεκεμβρίου του 2003 τα επίσημα αποτελέσματα της απογραφής πληθυσμού που διεξήχθηκε στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου του 2002. Σε σύνολο 2.022,547 κατοίκων  οι Σλαβομακεδόνες αποτελούσαν το 68, 8% και οι Αλβανοί το 25,1%. Παρόλο που οι Αλβανοί διατείνονταν ότι συνέθεταν  το 29% του πληθυσμού, δεν αμφισβήτησαν δημόσια τα αποτελέσματα, καθώς δεν επιθυμούσαν να δημιουργήσουν επιπρόσθετα  προβλήματα κατά τη διαδικασία εφαρμογής της Συμφωνίας της Αχρίδας. Σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της απογραφής του 1994 οι Αλβανοί ήταν αυξημένοι κατά 68.000 και οι Σλαβομακεδόνες μονάχα κατά 2.000. Έτσι, άρχισε μια έντονη συζήτηση στους σλαβομακεδονικούς κύκλους για το αν η αύξηση του αριθμού των Αλβανών οφειλόταν στον υψηλό δείκτη γεννητικότητάς τους ή στην εγκατάσταση Κοσοβάρων και Αλβανών από τη Νότιο Σερβία. Η αισιόδοξη πλευρά υποστήριξε ότι απογράφτηκαν Αλβανοί από το Κόσοβο, χωρίς να έχουν αποκτήσει ακόμα τη ‘’μακεδονική’’ υπηκοότητα, ενώ οι Σλαβομακεδόνες που ζουν στο εξωτερικό αγνοήθηκαν. Η απαισιόδοξη πλευρά τόνισε  τον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών και προέβλεψε μελλοντικά σταδιακή ανατροπή της πληθυσμιακής ισορροπίας. Το ζήτημα αποσχόλησε σοβαρά και την Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών των Σκοπίων. Το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών της Ακαδημίας διοργάνωσε  στις 2 Ιουνίου 2005  επιστημονική ημερίδα με θέμα τις δημογραφικές μεταβολές στην ΠΓΔΜ υπό το φως των αποτελεσμάτων της απογραφής του 2002. Οι σύνεδροι απέδωσαν τις δημογραφικές μεταβολές  σε πολλούς παράγοντες: στον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών, που υπερβαίνει το ποσοστό θνησιμότητας, στην υπογεννητικότητα των Σλαβομακεδόνων, που δεν εξισορροπεί το ποσοστό της θνησιμότητας, στη μετανάστευση  Σλαβομακεδόνων (και Αλβανών) στο εξωτερικό, στην εγκατάσταση Αλβανών από το Κόσοβο και τη Νότιο Σερβία στην ΠΓΔΜ, όπως και στις πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν σε διάφορες εθνοτικές ομάδες, κυρίως στους Μουσουλμάνους Τορμπέσηδες, να δηλωθούν ως Αλβανοί.[10] Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν μετά από τριετή έρευνα στατιστικολόγων η σλαβομακεδονική πλευρά το 1990 κατέγραψε  35.401 γεννήσεις και 14.643 φυσικούς θανάτους, το 2000 29.308 γεννήσεις και 17.253 φυσικούς θανάτους και το 2002 27.761 γεννήσεις και 17.962 φυσικούς θανάτους. Δημογραφική έκρηξη παρατηρήθηκε κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα λόγω της εισροής Αλβανών. Για παράδειγμα τα Σκόπια το 1948 αριθμούσαν 110.623, το 1971  325.000 και το 2002  467.257  Αλβανούς κατοίκους. Το Γκόστιβαρ το 1948 είχε 12.585, το 1971 27.214 και το 2002 49.545 Αλβανούς κατοίκους. Το Κίτσεβο το 1948 είχε 8.761, το 1971 16.810 και το 2002 30.138 Αλβανούς κατοίκους. Το Κουμάνοβο το 1948 είχε 36.193 , το 1971 67.687 και το 2002 103.205 Αλβανούς  κατοίκους. Το Τέτοβο το 1948 είχε 21.598 , το 1971 43.565 και το 2002 70.841 Αλβανούς κατοίκους.[11] Η τελική διαπίστωση των συνέδρων ήταν ότι οι Αλβανοί είναι ένα νέο σχετικά έθνος, ενώ οι Σλαβομακεδόνες υπεισέρχονται στο στάδιο της δημογραφικής γήρανσης.  Κατά τη διάρκεια της ημερίδας προκάλεσαν σκεπτικισμό οι προτάσεις του Ilija Aceski, Καθηγητή Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο των Σκοπίων, τις οποίες ο ίδιος χαρακτήρισε ως ‘’μέτρα κατά του φυλετικού διαχωρισμού.’’ Έμμεσα, αλλά σαφώς πρότεινε φορολογικές ελαφρύνσεις και κρατικές επιχορηγήσεις σε οικογένειες Σλαβομακεδόνων που ζουν σε περιοχές με αλβανική πλειοψηφία ώστε να έχουν κίνητρα να παραμείνουν εκεί. Αντίθετα, εισηγήθηκε την παύση των κρατικών επιδομάτων και της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε πολύτεκνες αλβανικές οικογένειες που δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις  οικονομικές ανάγκες.[12] Ήταν μια απειλή προς τους Αλβανούς να μειώσουν τον δείκτη γεννητικότητάς τους. Οι προτάσεις του, που θύμιζαν την πολιτική του κομμουνιστικού καθεστώτος των Σκοπίων έναντι των Αλβανών  στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, σχολιάστηκαν δυσμενώς στον Τύπο ως αναχρονιστικές, προκάλεσαν την οργή των Αλβανών και δεν λήφθηκαν υπόψη από την κυβέρνηση.

Σχετικά με τη  συμμετοχή των Αλβανών στη δημόσια διοίκηση και το στρατό προβλέφθηκε το 20 % των υπαξιωματικών στο στρατό να αποτελείται από Αλβανούς, ενώ 400 δημόσιες θέσεις προορίστηκαν  για τους Αλβανούς. Το μεγάλο ωστόσο ζήτημα , που προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις, ήταν ο νόμος για την αναδιάταξη των δήμων. Η συμφωνία της Αχρίδας προέβλεπε ότι εντός ενός έτους από την ολοκλήρωση της απογραφής θα μεταβάλλονταν τα όρια των δήμων. Η μεταβολή θα γινόταν με βάση τα αποτελέσματα της απογραφής και τις διατάξεις του σχετικού νόμου για την τοπική αυτοδιοίκηση. Στην αναδιάταξη των δήμων θα συμμετείχαν οι τοπικές και κρατικές αρχές, όπως και η διεθνής  κοινότητα. Ο σχετικός νόμος για την τοπική αυτοδιοίκηση ψηφίστηκε  στις 24 Ιανουαρίου 2002 και προέβλεπε  γενικά τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από την κεντρική εξουσία στους δήμους σε θέματα οικονομίας, υγείας, παιδείας, δημοτικής αστυνομίας στο πλαίσιο της αποκέντρωσης, αλλά τα κριτήρια που καθορίστηκαν  για τη συγκρότηση ενός δήμου ήταν γεωγραφικά, οικονομικά, επικοινωνιακά ή κριτήρια εσωτερικής υποδομής. Πουθενά δεν αναφέρθηκε εμφατικά ότι τα κριτήρια έπρεπε να ήταν εθνοτικά. Ο νόμος προέβλεπε  επίσης τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν τους δήμους, όπως και τη γνωμοδότηση του συνταγματικού δικαστηρίου. Σύμφωνα με  αποτελέσματα  της απογραφής  δήμοι που ήταν υπερτροφικοί ή συρρικνωμένοι  θα έπρεπε να διχοτομηθούν ή να συνενωθούν με άλλους δήμους[13]. Ωστόσο, στο νομοσχέδιο που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2004 τα κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη για την αναδιάταξη των δήμων ήταν αποκλειστικά εθνοτικά.  Προβλεπόταν, για παράδειγμα,  η ένταξη αλβανικών χωριών στο δήμο της Στρούγκας και του Κίτσεβο ώστε οι Αλβανοί να έχουν πληθυσμιακή υπεροχή και να εκλέγουν άνετα τους δημάρχους. Με τις προτεινόμενες συγχωνεύσεις  οι Αλβανοί θα αποτελούσαν στη Στρούγκα το 54,75% του πληθυσμού, ενώ οι Σλαβομακεδόνες το 34, 58%, στο Κίτσεβο οι Αλβανοί θα ανέρχονταν σε 31.000 και οι Σλαβομακεδόνες θα συρρικνώνονταν σε 21.000 κατοίκους  Για να μην αναγνωριστεί η ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας στην πόλη των Σκοπίων αρχικά η κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει αναδιάταξη στο δήμο των Σκοπίων, που θα μπορούσε να ανεβάσει το ποσοστό των Αλβανών στο 20%.

Η συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή άρχισε στις 11 Φεβρουαρίου 2004, αλλά δεν ολοκληρώθηκε λόγω των εσωτερικών  πολιτικών εξελίξεων στην ΠΓΔΜ μετά τον απροσδόκητο θάνατο του Προέδρου Trajkovski στις 26 Φεβρουαρίου 2004. Η προσοχή του πολιτικού κόσμου στράφηκε στις επικείμενες  προεδρικές εκλογές, μετά την απόφαση του Πρωθυπουργού Cervenkovski να διεκδικήσει την Προεδρία. Στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στις 14 Απριλίου  2004 κανένας  υποψήφιος δεν κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά στον δεύτερο γύρο ο Cervenkovski με την αμέριστη υποστήριξη του κόμματος του Ahmeti κατήγαγε περιφανή νίκη έναντι του αντιπάλου του της VMRO-DPMNE  Šasko Kedev με 62%. Στις 13 Μαΐου 2004  o Cervenkovski ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Πρόεδρος της χώρας. Στα τέλη Μαΐου σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον τραπεζίτη (Βλάχο στην καταγωγή)  Hari Kostov. Πολλοί υπολόγιζαν ότι ο νέος Πρωθυπουργός θα ανόρθωνε την παραπαίουσα οικονομία της χώρας και με σκωπτική διάθεση οι πολίτες συνέκριναν τον Kostov με τον Harry Potter. Το ζήτημα της αναδιάταξης των δήμων επανήλθε στην επικαιρότητα, αλλά λόγω της υποστήριξης που παρείχε ο Ahmeti στη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση για την εκλογή του Cervenkovski οι Αλβανοί επέβαλαν τους δικούς τους όρους στο νομοσχέδιο. Το πολιτικό μήνυμα του Ahmeti  προς τον  Kostov στις 14.8.2004  ήταν σαφές: αν ο Πρωθυπουργός δεν δεχτεί  το αλβανικό αίτημα για ‘’αλβανοποίηση’’ της Στρούγκας και του Κίτσεβο και  για την αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσα στα Σκόπια, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση θα αποχωρήσει από την κυβέρνηση[14]. Έτσι, η αναδιάταξη των δήμων στα Σκόπια, τη Στρούγκα και το Κίτσεβο  σχεδιάστηκε κυρίως με εθνοτικά κριτήρια μετά από ισχυρές αλβανικές πιέσεις. Συμφωνήθηκε στο δήμο των Σκοπίων  να συγχωνευτούν οι αλβανικές περιοχές του Κόντοβο και του Τσαΐρ ώστε οι Αλβανοί να υπερβούν το 20% του πληθυσμού και να αναγνωριστεί η ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας. Στον δήμο της Στρούγκας  να συγχωνευτούν  οι αγροτικές περιοχές της ενδοχώρας, πλην της Βεβτσάνης. Ο δήμος του Κίτσεβο να παραμείνει στα τωρινά όρια μέχρι το 2008 και κατόπιν να συγχωνευτούν οι περιοχές Οσλομόϊ, Ζάγιας, Ντρούγκοβο και Βρανεστίνιτσα. Το νομοσχέδιο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στα Σκόπια και τη Στρούγκα, καθώς οι Σλαβομακεδόνες  δεν είχαν αμφιβολία ότι η νέα πραγματικότητα θα οδηγούσε στη de-facto διχοτόμηση της χώρας. Εκφράστηκαν φόβοι ότι οι Σλαβομακεδόνες θα μεταβάλλονταν σε μειονότητα στη χώρα τους και θα έχαναν τις θέσεις εργασίας στους δήμους που θα περιέρχονταν στους Αλβανούς . Με την υποκίνηση της αντιπολίτευσης άρχισαν να συγκεντρώνονται υπογραφές για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος . Παρά το τεταμένο κλίμα, στις 11 Αυγούστου 2004 η Βουλή με οριακή πλειοψηφία 61 ψήφων (σε σύνολο 120 βουλευτών) ψήφισε το νομοσχέδιο. Έξι Σλαβομακεδόνες βουλευτές του κυβερνώντος  συνασπισμού διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη γραμμή και καταψήφισαν το νομοσχέδιο. Η ψήφιση του νομοσχεδίου χαιρετίστηκε από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ ως ένα θετικό βήμα για την ένταξη της ΠΓΔΜ  στους οργανισμούς αυτούς. Ωστόσο, οι δυναμικές κινητοποιήσεις της αντιπολίτευσης συνεχίστηκαν και συγκεντρώθηκαν 180.000 υπογραφές. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε τελικά στις αρχές Σεπτεμβρίου  να ορίσει την 7η Νοεμβρίου 2004 ως ημέρα διεξαγωγής του δημοψηφίσματος. Οι Αλβανοί απείλησαν ότι σε περίπτωση επιτυχίας του δημοψηφίσματος θα διοργάνωναν αντιδημοψήφισμα  για  την απόσχισή τους από την ΠΓΔΜ.  Η κυβέρνηση  κάλεσε τους πολίτες σε αποχή, επισημαίνοντας ότι η τυχόν απόρριψη του νόμου θα έφραζε το δρόμο της ΠΓΔΜ  προς την Ε.Ε. Δεν δίστασε   να εκτοξεύσει ακόμα και απειλές στους πολίτες  (απώλεια εργασίας κλπ.). Έτσι, το μένος των Σλαβομακεδόνων πολιτών κατά του νέου νόμου άρχισε σταδιακά να υποχωρεί λόγου του αδιεξόδου. Στο φορτισμένο αυτό κλίμα η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από τις Ηνωμένες Πολιτείες με το συνταγματικό της όνομα ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’ στις  4 Νοεμβρίου 2004 επέδρασε καταλυτικά στην αποτυχία του δημοψηφίσματος. Την ημέρα της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, στις 7  Νοεμβρίου 2004, στις κάλπες   προσήλθαν μονάχα 436.202 πολίτες ( ήταν απαραίτητη η συμμετοχή 854.769 ψηφοφόρων, δηλαδή το 50%,  για να είναι έγκυρο το δημοψήφισμα) . Από τους ψηφίσαντες  οι 409.886 καταψήφισαν το νόμο.

Η απόφαση της Αμερικής να αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα δεν αποτέλεσε έκπληξη. Ήδη στις  30 Ιουνίου 2003 η Αμερική είχε υπογράψει με την ΠΓΔΜ συμφωνία για τη μη έκδοση Αμερικανών στρατιωτών στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, στην οποία η ΠΓΔΜ αναφέρθηκε ως ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’. Έκπληξη προκάλεσε στην Ελλάδα ο άκομψος τρόπος και η συγκεκριμένη χρονική στιγμή της αναγνώρισης, αλλά για την Αμερική υπήρχαν ορισμένοι παράγοντες που δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. 1) η αναγνώριση θα απέτρεπε την καθολική συμμετοχή στο δημοψήφισμα και κατά συνέπεια ο νέος νόμος για την αποκέντρωση θα μπορούσε να τεθεί σε ισχύ. Είχε ασκηθεί από τα κυβερνητικά κόμματα και την αστυνομία τρομοκρατία για το μποϋκοτάζ του δημοψηφίσματος,  και η αναγνώριση έδωσε τη χαριστική βολή. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η Αμερική δεν επιθυμούσε ταραχές στα Σκόπια, που αναπόφευκτα θα ξεσπούσαν, αν ο νόμος για την αποκέντρωση καταψηφιζόταν στο δημοψήφισμα.  Οι Αλβανοί θα προχωρούσαν σε αντιδημοψήφισμα για την απόσχιση και η χώρα θα προσέφευγε  σε πρόωρες εκλογές. H ατμόσφαιρα  ηλεκτρίστηκε   και από την πολιτική πλατφόρμα για την αυτοδιάθεση των Αλβανών που είχε επεξεργαστεί το ‘’Παγκόσμιο Συμβούλιο των Αλβανών’’ στη Δίβρα στις 27 Οκτωβρίου 2004[15].  Επιστροφή της αντιπολίτευσης στην εξουσία δεν ήταν επιθυμητή από τους Αμερικανούς τη συγκεκριμένη περίοδο. 2) Σε σημαντική μερίδα των Σλαβομακεδόνων ήταν διάχυτη η πεποίθηση  ότι η Αμερική υπέθαλπε τον αλβανικό σεπαρατισμό. Η κρίση του 2001 είχε δημιουργήσει στα Σκόπια ένα αντιαμερικανικό και φιλορωσικό  κλίμα. Με την αναγνώριση η Αμερική προσπάθησε να  αντιστρέψει αυτό το κλίμα. 3) Η αναγνώριση ήταν και μια ανταμοιβή στην ΠΓΔΜ για τη συστράτευσή της στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Οι επίλεκτες αστυνομικές δυνάμεις, οι Λέοντες, σήμερα μάχονται στο Ιράκ. 4) Η ΠΓΔΜ είναι ένα αμερικανικό προτεκτοράτο. Στα τέλη Δεκεμβρίου 2004, λίγες εβδομάδες μετά την αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική,   υπογράφτηκε η Συμφωνία μεταξύ Βουλγαρίας, ΠΓΔΜ  και Αλβανίας  για την κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς- Αυλώνας, έργο της αμερικανικής εταιρείας AMBO (Albanian-Macedonian –Bulgarian  Oil pipeline). Ο αγωγός αυτός είναι ανταγωνιστικός του αγωγού Μπουργκάς –Αλεξανδρούπολης, στην κατασκευή του οποίου συμμετέχουν και ρωσικές εταιρείες.  Η κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αυλώνας δεν έχει αρχίσει ακόμα (λόγω της κυβερνητικής κρίσης στη Βουλγαρία το 2005 και των επικείμενων προεδρικών εκλογών,  της επιθυμίας της Αλβανίας να αντικατασταθεί η Αυλώνα ως τουριστικός χώρος με άλλο αλβανικό λιμάνι), αλλά η AMBO δεν έχει παραιτηθεί από το σχέδιο. Αντίθετα, η κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς –Αλεξανδρούπολης ίσως καταστεί προβληματική. Κωλυσιεργεί  το κόμμα του Axmed Dogan στη Βουλγαρία και ίσως ασκούνται και αμερικανικές πιέσεις στη βουλγαρική κυβέρνηση να ματαιώσει την κατασκευή του, δεδομένου ότι βασική αρχή της αμερικανικής πολιτικής είναι η απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό πετρέλαιο.

Η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική δημιούργησε ένα κλίμα ευφορίας και πανηγυρισμών στα Σκόπια.[16]Ο Πρόεδρος Cervenkovski  και ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος της χώρας  χαιρέτισαν το γενναίο βήμα της Αμερικής ως έμπρακτη απόδειξη του ενδιαφέροντος της Ουάσιγκτον για τη σταθερότητα της ΠΓΔΜ. [17] Η Αμερική χαρακτηρίστηκε ως στρατηγικός εταίρος της ΠΓΔΜ  που έχει συμφέροντα στη νευραλγική περιοχή των Βαλκανίων. Ο Vladimir Gligorov, γιος του πρώην  Προέδρου Kiro Gligorov και σύμβουλος του τωρινού Προέδρου Cervenkovski,   απέδωσε την απόφαση της Αμερικής σε 3 κυρίως λόγους: στην πρόθεση της Ουάσιγκτον να υπονομευτεί το δημοψήφισμα, στο ενδιαφέρον της Αμερικής για τη σταθερότητα της ΠΓΔΜ και στην ανάγκη ανταμοιβής της ΠΓΔΜ για τη συμμετοχή της στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας.[18] Από τον αλβανικό πολιτικό χώρο την αναγνώριση των Σκοπίων από την Αμερική επικρότησαν η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας.

Ωστόσο, οι πανηγυρισμοί επισκιάστηκαν σύντομα από την αιφνίδια παραίτηση της κυβέρνησης Kostov.  Η κωλυσιεργία των Αλβανών στο κυβερνητικό έργο, η εξάρτηση των Αλβανών υπουργών από τον Ahmeti, η εμπλοκή του Αλβανού υπουργού Agron Buxhaku (αλλά και Σλαβομακεδόνων  υπουργών ) σε οικονομικά σκάνδαλα προκάλεσαν κυβερνητική κρίση. Νέα κυβέρνηση σχημάτισε τον Δεκέμβριο ο Vlado Bučkovski (Βλάντο Μπουτσκόφσκυ), ο αρχηγός της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης, μετά την μεταπήδηση του Cervenkovski στην Προεδρία. Είναι γενικά πολιτικός χαμηλών τόνων,  ενδοτικός,  και απολαμβάνει της εύνοιας των Αμερικανών.   Η νέα κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με την κρίση του Κόντοβο. Ένοπλες ομάδες Κοσοβάρων υπό τον κατηγορούμενο για εγκλήματα πολέμου Agim Krasniqi κατέλαβαν το χωριό Κόντοβο, κοντά στην πόλη των Σκοπίων, και απαίτησαν τη χορήγηση  αμνηστίας. Μόνο μετά από αργόσυρτες διαπραγματεύσεις με κυβερνητικούς εκπροσώπους  και την προσωπική παρέμβαση του Ahmeti  και του Πρωθυπουργού του Κοσόβου  Ramush Haradinaj η ομάδα αποσύρθηκε από το χωριό, αλλά παρέμεινε άγνωστος ο τόπος μεταφοράς του οπλισμού.

Στα τέλη του 2004 οι περισσότεροι νόμοι που σχετίζονταν με τη Συμφωνία της Αχρίδας είχαν ψηφιστεί. Αλλά η Συμφωνία της Αχρίδας ήταν ένα πλαίσιο με αρκετές ασάφειες στις διατάξεις της. Έτσι, άφηνε στους Αλβανούς περιθώρια περαιτέρω διεκδικήσεων. Καθώς το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας είχαν πολιτικά περιθωριοποιηθεί, έθεταν ριζοσπαστικά αιτήματα  σε μια επίδειξη υπέρμετρης εθνικοφροσύνης,  στην οποία τους Xhafëri και Abdurrahman Ηaliti  συναγωνιζόταν  και το κόμμα του Αhmeti,  αλλά με μια σκόπιμη διγλωσσία, ώστε να μην αμφισβητηθεί η νομιμοφροσύνη του.   Ενόψει των επικείμενων δημοτικών εκλογών το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας τόνισαν ότι θα αναλάβουν πρωτοβουλία για την αλλαγή του συντάγματος ώστε να πραγματοποιηθεί η ‘’περιφερειοποίηση’’ της χώρας[19]. Αν και δεν αποσαφήνισαν τον όρο ‘’περιφερειοποίηση’’,  προφανώς εννοούσαν τη συνένωση των αλβανικών δήμων σε μια ευρεία περιφέρεια. Αμέσως ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Ένωσης για την Ολοκλήρωση, Rafis Aliti, δήλωσε ότι το κόμμα του θα στηρίξει την πρωτοβουλία. Αλλά, καθώς ο όρος ‘’περιφερειοποίηση’’ μπορούσε να ερμηνευτεί  ως de-facto απόσχιση, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση  ως σύνολο απέρριψε την πρόταση και χαρακτήρισε  τις δηλώσεις του Aliti ως προσωπικές.[20]

Το ότι η Συμφωνία της Αχρίδας δεν κατάφερε να εξαλείψει το εθνοτικό χάσμα Αλβανών και Σλαβομακεδόνων επισημάνθηκε  στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του ρατσισμού και της International Crisis Group τον Φεβρουάριο του 2005. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του ρατσισμού  ανέφερε στην έκθεσή της ότι,  παρόλο που η Συμφωνία της Αχρίδας συνιστά βελτίωση της θέσης των Αλβανών, με τις συγκρούσεις του 2001 καταστράφηκαν οι γέφυρες επικοινωνίας  και αυξήθηκε η αμοιβαία εχθρότητα και δυσπιστία. Οι πολιτικοί ηγέτες, οι διανοούμενοι, οι θρησκευτικοί αρχηγοί εμμένουν σε θέσεις που διαιωνίζουν το εθνοτικό μίσος, ενώ είναι ανύπαρκτες από τη βάση οι κινήσεις πολιτών.[21] Η International Crisis Group επισήμανε ότι η ΠΓΔΜ δεν είναι ώριμη για αποκέντρωση, ότι το  εθνοτικό χάσμα παραμένει αγεφύρωτο, ότι η κυβερνητική υποστήριξη της αποκέντρωσης είναι ρητορική παρά πρακτική, ότι η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση πρέπει να διαβεβαιώσει τους Σλαβομακεδόνες για την ισοτιμία τους με τους Αλβανούς στους αλβανικούς δήμους, ότι η κυβέρνηση επιβιώνει όχι λόγων εσωτερικής συνοχής και πολιτικής δύναμης, αλλά λόγω έλλειψης εναλλακτικής  λύσης[22]. Έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Αχρίδας από το International Center for Minority Studies and Intercultural Relations της Σόφιας διαπίστωσε το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Αλβανών και Σλαβομακεδόνων. Οι Σλαβομακεδόνες πολίτες διακατέχονταν από σκεπτικισμό, μοιρολατρία, απάθεια και αδιαφορία για το πολιτικό τους  μέλλον. Οι Αλβανοί, αντίθετα, από αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, πιστεύοντας ότι το μέλλον τούς ανήκει από κάθε άποψη- δημογραφική, πολιτική, οικονομική, κοινωνική.[23]

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η βασιμότητα των απαισιόδοξων αυτών εκτιμήσεων. Μετά το 2001 νομιμοποιήθηκε το apartheid, τέθηκαν διαχωριστικές γραμμές, οι Αλβανοί διαγράφουν με μεθοδικότητα τις περιοχές που de-facto επιδιώκουν να ‘’αποσχίσουν’’ και δεν χαλιναγωγούνται από κανέναν εξωτερικό παράγοντα. Η πολυπολιτισμικότητα είναι στην ουσία νεκρό γράμμα.  Τα σύνορα μεταξύ Κοσόβου και ΠΓΔΜ είναι  διάτρητα και η επικοινωνία των Αλβανών σε όλα τα επίπεδα εφικτή. Οι Αλβανοί πολιτικοί δεν συμμετέχουν στις επίσημες γιορτές των Σλαβομακεδόνων, ούτε στην εθνική γιορτή της 2ης Αυγούστου, επετείου της εξέγερσης του Ίλιντεν (1903) και της ίδρυσης του κράτους των Σκοπίων (1944).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι  οι Σλαβομακεδόνες πολίτες δυσαρεστήθηκαν από την ενδοτική πολιτική της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης στην αντιμετώπιση του αλβανικού προβλήματος. Η δυσαρέσκεια εκφράστηκε στις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου του 2005.  Παρά τις σοβαρές  παρατυπίες και τη νοθεία που σημειώθηκαν και στους δύο γύρους των δημοτικών εκλογών, η VMRO-DPMNE κέρδισε τους σημαντικότερους δήμους (Στίπ, Βέλες, Στρώμνιτσα, Ρέσνα, Κοτσάνη, Γευγελή, Κρίβα Παλάνκα,  Ντέλτσεβο, Βίνιτσα),  συμπεριλαμβανομένου και του δήμου των Σκοπίων, όπου ο ανεξάρτητος, αλλά υποστηριζόμενος από την αντιπολίτευση επιχειρηματίας Trifon Kostovski  εκτόπισε από τον πρώτο γύρο με μεγάλη διαφορά τον  Risto Penov. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση κέρδισε συνολικά 36 δήμους, η VMRO-DPMNE  21 δήμους και η VMRO-Narodna Partija του Georgievski  3 δήμους.[24] Στον αλβανικό πολιτικό χώρο η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση συνέτριψε από τον πρώτο γύρο τον συνασπισμό του Δημοκρατικού Κόμματος των Αλβανών με το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας, αλλά με εκτεταμένη νοθεία και τρομοκρατία. Οι Xhafëri και Haliti  απαίτησαν την ακύρωση του πρώτου γύρου των εκλογών. Καθώς το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό, τα δύο αλβανικά κόμματα της αντιπολίτευσης  απείχαν από το δεύτερο γύρο των εκλογών. [25] Έτσι, ο Αhmeti μονοπώλησε  τη νίκη. Το κόμμα του κέρδισε 15 δήμους, μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται οι δήμοι της Δίβρας, του Γκόστιβαρ, του Τετόβου, του Αρατσίνοβο και της επίμαχης Στρούγκας, όπου οι Σλαβομακεδόνες προτίμησαν να  μποϋκοτάρουν τις εκλογές παρά να προβούν σε μαζικές διαδηλώσεις. Η εκτίμηση των παρατηρητών του ΟΑΣΕ ήταν ότι οι εκλογές  διεξήχθηκαν σε ειρηνικό κλίμα, αλλά δεν ήταν αδιάβλητες. [26] Αντιδρώντας στην όλη εκλογική διαδικασία, ο Xhafëri κήρυξε αποχή του κόμματός του από τις εργασίες της Βουλής κατά τακτά χρονικά διαστήματα.

Μετά τις δημοτικές εκλογές ένα άλλο ζήτημα που έγινε αντικείμενο αντιπαραθέσεων μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Αλβανών ήταν αυτό των συμβόλων του κράτους. Παρερμηνεύοντας μια διάταξη της Συμφωνίας της Αχρίδας για τον καθορισμό των συμβόλων των εθνοτήτων, στελέχη της Δημοκρατικής Ένωσης για την Ολοκλήρωση, διακρίνοντας τα εθνικά από τα κρατικά σύμβολα, επισήμαναν την    ανάγκη αλλαγής της κρατικής σημαίας των Σκοπίων, του κρατικού ύμνου και καθορισμού νέας σημαίας για τους Σλαβομακεδόνες, θεωρώντας ωστόσο αυτονόητο ότι για τους Αλβανούς της ΠΓΔΜ ισχύει η σημαία του Σκεντέρμπεη, η σημαία του αλβανικού έθνους και κράτους.[27] Ταυτόχρονα, έχοντας ως βάση το νόμο για την ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας, απαίτησαν η αλβανική σημαία να αναρτάται σε κάθε περιοχή που οι Αλβανοί αποτελούν το 20%.  Την ίδια άποψη υποστήριξε και ο Xhafëri. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση, ερμηνεύοντας κατά γράμμα τη σχετική διάταξη, αρνήθηκε κάθε συζήτηση για αλλαγή της σημαίας, του εθνικού ύμνου και του εθνοσήμου της χώρας,[28] ενώ η VMRO απαίτησε οι Αλβανοί της ΠΓΔΜ να αναρτούν μια σημαία διαφορετική από αυτή του αλβανικού κράτους. Μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις τελικά καταρτίστηκε  ένα νομοσχέδιο που προέβλεπε η επίσημη αλβανική σημαία να αναρτάται στα δημαρχεία των δήμων, όπου οι Αλβανοί αποτελούν την απόλυτη πλειοψηφία,  καθημερινά και για όλο το χρόνο,  δίπλα στην κρατική σημαία. Αν σε έναν μικρό δήμο οι Τούρκοι ή οι Αθίγγανοι αποτελούσαν την πλειοψηφία,  θα κυμάτιζε η τουρκική σημαία ή  μια συμβολική σημαία των Αθιγγάνων, δίπλα στην κρατική σημαία. [29] Με την αποχή της αντιπολίτευσης  το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 15 Ιουλίου 2005. [30] Η αλβανική σημαία  μπορεί πλέον  να αναρτάται  επίσημα σε 16 δήμους, αλλά αναγκαστικά δίπλα στην  επίσημη κρατική σημαία των Σκοπίων. Ωστόσο, οι Αλβανοί καταστρατηγούν  συχνά το νόμο και αναρτούν μονάχα την αλβανική σημαία. Προκλητική υπήρξε για παράδειγμα η στάση του κόμματος του Ahmeti  κατά τη διεξαγωγή του πρώτου του συνεδρίου τον Νοέμβριο του 2005. Στο συνεδριακό χώρο αναρτήθηκε μονάχα η αλβανική σημαία και ανακρούστηκε μόνο ο αλβανικός εθνικός ύμνος, με αποτέλεσμα οι Σλαβομακεδόνες πολιτικοί που είχαν προσκληθεί στο συνέδριο να εγκαταλείψουν προκλητικά την αίθουσα, χαρακτηρίζοντας αντισυνταγματική την όλη διαδικασία. [31] Με την επίσημη καθιέρωση των συμβόλων των διαφόρων εθνοτήτων αλλοιώθηκε και τυπικά η εθνική φυσιογνωμία της χώρας. Την 1η Ιουλίου 2004  τέθηκε επίσημα σε εφαρμογή ο νόμος για την αποκέντρωση, αλλά η αποκέντρωση προχωρεί με αργούς ρυθμούς λόγω έλλειψης κτιριακών εγκαταστάσεων, υπαλληλικού προσωπικού και οικονομικών πόρων.

Κατά τις εκτιμήσεις Αλβανών πολιτικών αναλυτών η Συμφωνία της Αχρίδας  συνιστά επαναφορά του συντάγματος του 1974 με το οποίο οι Αλβανοί είχαν αναγνωριστεί ισότιμο συνταγματικό έθνος. Αλλά τότε υπήρχε ένα ενιαίο κράτος,  η Σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία , στην οποία τα εσωτερικά σύνορα ήταν διοικητικά. Σε περίπτωση αποσχιστικών κινήσεων των Αλβανών της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας ήταν  τότε δεδομένη η βοήθεια των Σέρβων προς τους Σλαβομακεδόνες . Με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας  και τη δημιουργία εθνικών κρατών οι Αλβανοί του Κοσόβου, της ΠΓΔΜ,  όπως  και οι Σέρβοι της Κράϊνας, μεταβλήθηκαν σε μειονότητα. Ωστόσο, οι  Αλβανοί στην ΠΓΔΜ δεν αυτοθεωρούνται μειονότητα. Αναγνωρίστηκαν ως συνταγματικό έθνος, αλλά μακροπρόθεσμα  επιδιώκουν την ισοτιμία τους με τους Σλαβομακεδόνες, κινούνται προς την κατεύθυνση της ομοσπονδοποίησης της ΠΓΔΜ  και θέτουν νέα αιτήματα- αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσας και στο στρατό, θέσπιση της Αντιπροεδρίας, καθιέρωση της 13ης Αυγούστου ως εθνικής γιορτής, όπως και της 28ης Νοεμβρίου, ημέρας της ίδρυσης του αλβανικού κράτους to 1912. Στην πρόταση του Bučkovski να καθιερωθεί η 24η Μαΐου,  ημέρα των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, ως εθνική γιορτή στην ΠΓΔΜ, οι Αλβανοί αντιπρότειναν και την καθιέρωση της 7ης Μαρτίου, επετείου της ίδρυσης του πρώτου αλβανικού σχολείου στην Κορυτσά το 1887 το οποίο, ως γνωστόν, είχε κλείσει σύντομα λόγω έλλειψης  μαθητών. (Οι οθωμανικές αρχές του Αβδούλ  Χαμίτ Β΄ είχαν επιτρέψει την ίδρυση  του σχολείου υπό τον όρο να μη φοιτούν μουσουλμάνοι Αλβανοί. Αλλά καθώς οι ορθόδοξοι Αλβανοί προτιμούσαν  τη φοίτηση σε ελληνικά σχολεία, στο πρώτο αλβανικό σχολείο φοιτούσαν   μουσουλμάνοι Αλβανοί, κάτι ασυμβίβαστο με  την πανισλαμική ιδεολογία του Αβδούλ Χαμίτ Β’. Όταν το 1912/13 η Αυστροουγγαρία ίδρυσε το ανεξάρτητο αλβανικό κράτος-οι Αλβανοί ποτέ  δεν είχαν ζητήσει ανεξαρτησία-δεν υπήρχε ούτε ένα αλβανικό σχολείο). Επωφελούμενοι από την αποκέντρωση, αποφάσισαν να ιδρύσουν στο Τέτοβο μνημείο για τα θύματα του Balli Kombëtar στη σύγκρουσή του με τους Σλαβομακεδόνες παρτιζάνους το Νοέμβριο του 1944. Στο Αρατσίνοβο έχουν ήδη ανεγείρει μνημείο για τα θύματα του UÇK κατά τις συγκρούσεις του 2001.[32] Στην πρόθεση των Σλαβομακεδόνων να ανεγείρουν το άγαλμα του Φιλίππου του Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Αλβανοί απειλούν  με την ανέγερση του ανδριάντα του Σκεντέρμπεη στο Τσαΐρ και οι Τούρκοι του Ατατούρκ.[33] Στην Ισλαμική Ένωση (Bashkësia Islame)  έχουν διεισδύσει ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία  που χρησιμοποιούν την ασυλία της θρησκευτικής αυτής οργάνωσης για ‘’ξέπλυμα βρώμικου χρήματος’’.[34] Στην όλη υπόθεση ενεπλάκη και ο πρώην μουφτής των Σκοπίων Ζenu Berisha, ενώ ο αρχιμουφτής της Ισλαμικής Ένωσης, Ulema Arif Emini, λόγω των πιέσεων ισλαμικών κύκλων,   εξαναγκάστηκε σε παραίτηση.[35]   Τον Αύγουστο του 2005 ο Krasniqi και η ομάδα του, συνδεδεμένοι με τους  φονταμενταλιστικούς αυτούς κύκλους,  κατέλαβαν πάλι το Αρατσίνοβο, όπου λειτουργεί σχολή ισλαμικών σπουδών για τους Αλβανούς, και απαίτησαν τηλεσιγραφικά τη χορήγηση αμνηστίας.  Φοβούμενος μια ένοπλη σύγκρουση με τις  ένοπλες αλβανικές ομάδες ο Πρωθυπουργός της χώρας αμνήστευσε τον Krasniqi κατά έναν σκανδαλώδη τρόπο.

Ένα μεγάλο μέρος των Αλβανών του Κοσόβου και της ΠΓΔΜ ζει στο πνεύμα της ύστερης οθωμανικής περιόδου και οραματίζεται την αναβίωση του Βιλαετίου του Κοσόβου με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Οι Αλβανοί, των οποίων η εθνική ταυτότητα    είναι αδιαφιλονίκητη, γνωρίζουν τις εγγενείς αδυναμίες των Σλαβομακεδόνων-ευάλωτη και αμφισβητούμενη ταυτότητα από τα γειτονικά κράτη, ατολμία και αναποφασιστικότητα της αστυνομίας και του στρατού να συγκρουστεί  μετωπικά με τους Αλβανούς, ηττοπάθεια και συμβιβαστική διάθεση της πολιτικής ηγεσίας. Η σλαβομακεδονική πλευρά ικανοποιεί πολλά αιτήματα των Αλβανών και, το σπουδαιότερο, διαχωρίζει πλέον το αλβανικό ζήτημα της ΠΓΔΜ από το πρόβλημα του Κοσόβου. Η σημερινή κυβέρνηση, σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν,  δεν θεωρεί ότι ένα  ανεξάρτητο Κόσοβο συνιστά απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής, εφόσον εκεί επικρατήσουν δημοκρατικοί θεσμοί και επέλθει συμφωνία μεταξύ της ΠΓΔΜ και των Κοσοβάρων για την οριστική οροθέτηση του Κοσόβου με την ΠΓΔΜ. Την ίδια άποψη εκφράζουν και οι Αλβανοί πολιτικοί ηγέτες του Κοσόβου. Ο νέος Πρόεδρος  του Κοσόβου, Fatmir Sejdiu, εκτιμά ότι μετά την ανεξαρτητοποίηση της πρώην αυτής σερβικής επαρχίας θα διευθετηθεί και η οροθέτηση του Κοσόβου με την ΠΓΔΜ, το μόνο ζήτημα που εκκρεμεί  στις σχέσεις  Σκοπίων και Πρίστινας.  Ο Hasim Thaçi δεν θεωρεί ότι ένα ανεξάρτητο Κόσοβο θα επηρεάσει την ΠΓΔΜ, η οποία οδεύει προς τον ‘’εξευρωπαϊσμό.’’

Τα αλβανικά κόμματα της αντιπολίτευσης, δυσαρεστημένα από την περιθωριοποίησή τους, επικρίνουν τον Ahmeti για  τον τρόπο εφαρμογής της Συμφωνίας της Αχρίδας. Ο Xhafëri ετοιμάζει την έκδοση της ‘’Λευκής Βίβλου των γεγονότων του 2001’’ για να αποδείξει ότι η κρίση του 2001 σκηνοθετήθηκε από τους Cervenkovski  και Ahmeti  απλά για να ανέλθουν  στην εξουσία και όχι για τη βελτίωση της θέσης των Αλβανών[36]. Η Συμφωνία της Αχρίδας, πάντα κατά την αλβανική αντιπολίτευση, εφαρμόζεται κατά κωμικό τρόπο. Για παράδειγμα στη Βουλή, όταν ένας Αλβανός βουλευτής αγορεύει απλά με την κομματική του ιδιότητα, μπορεί να χρησιμοποιεί την αλβανική γλώσσα, ενώ ως υπεύθυνος μιας μικτής κοινοβουλευτικής επιτροπής πρέπει να αγορεύει στη σλαβομακεδονική. Όλα τα επίσημα έγγραφα (κυβερνητικά, προεδρικά  υπουργικά, κοινοβουλευτικά κλπ.) συντάσσονται μονάχα στη σλαβομακεδονική. Στους  δημόσιους οργανισμούς απασχολείται μονάχα το 11% των Αλβανών και όχι το 25%, ανάλογα με την πληθυσμιακή δύναμη των Αλβανών, ενώ στο στρατό, στο δικαστικό σώμα, στην αστυνομία, στην κρατική ασφάλεια το ποσοστό των Αλβανών ανέρχεται μονάχα σε 4-5%.[37] Παρά την οικονομική αποκέντρωση,  οι σημαντικοί τομείς της δημόσιας οικονομίας ελέγχονται από την κεντρική εξουσία, ενώ φαινόμενα διαφθοράς κυριαρχούν στο κυβερνητικό στρατόπεδο.[38]

Η κριτική του Xhafëri στον Ahmeti  πρέπει να αποδοθεί και σε λόγους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης και κομματικής εκμετάλλευσης. Ο Αλβανός ηγέτης της αντιπολίτευσης στην ουσία απαιτεί την ομοσπονδοποίηση της χώρας. Αυτή η εθνικιστική ρητορική της αντιπολίτευσης εξαναγκάζει τη Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση να διολισθαίνει σε ριζοσπαστικές θέσεις, αλλά με μια προσχηματική διγλωσσία. Ο απώτερος στόχος των Αλβανών είναι κοινός-ομοσπονδοποίηση  και απόσχιση, αν ευνοήσουν οι διεθνείς συγκυρίες. Και τα κυβερνητικά κόμματα κατηγορούν τη VMRO-DPMNE και το κόμμα του Xhafëri ότι στην κρίση του 2001 επιδίωξαν τη διάλυση του κράτους. Αλλά και   ο Ahmeti , όντας στην αντιπολίτευση μετά τις εκλογές της 5ης Ιουλίου 2006, καταφεύγει στην προηγούμενη εθνικιστική ρητορική του   Xhafëri. Απαιτεί από την κυβέρνηση    Gruevski, στην οποία συμμετέχει το κόμμα του Xhafëri, την αναγνώριση της αλβανικής γλώσσας ως επίσημης σε όλα τα επίπεδα, τη συνταξιοδότηση των οικογενειών των μαχητών του UÇK που έπεσαν στο πεδίο της μάχης  και τη συμμετοχή στις κυβερνήσεις του αλβανικού κόμματος που αναδεικνύεται πρώτο στις εκλογές. Για ένα περίπου χρόνο το κόμμα του Ahmeti  απείχε από τις εργασίες της Βουλής σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη συμμετοχή  του στην κυβέρνηση  Gruevski

Η αλβανοφοβία των Σλαβομακεδόνων, αλλά και η ανάγκη προβολής μιας ‘’ευρωπαϊκής’’ εικόνας προς τα έξω,  εκφράστηκε και στην πολιτικοποιημένη σλαβομακεδονική ιστοριογραφία, όπου προβάλλονται οι δήθεν κοινοί απελευθερωτικοί αγώνες των Σλαβομακεδόνων  και των Αλβανών στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα.[39] Ιστορικά πρόκειται για μια πολύ περιορισμένης εμβέλειας προπαγανδιστική δράση Βουλγαρομακεδόνων και Αλβανών για την προώθηση μεταρρυθμίσεων στα βιλαέτια των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην εξέγερση του Ίλιντεν (1903)  οι Αλβανοί δεν συμμετείχαν, παρά μονάχα ως λαθρέμποροι όπλων, ενώ και κατά τη μεγάλη αλβανική εξέγερση του 1912 οι Βουλγαρομακεδόνες κομιτατζήδες δεν συνεργάστηκαν με τους Αλβανούς.[40]  Στα σχολικά εγχειρίδια προστέθηκαν πολλά γεγονότα της αλβανικής ιστορίας, αλλά εντελώς περιγραφικά και ενημερωτικά, ενώ τα επίμαχα ζητήματα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι δυτικές περιοχές της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας εντάχθηκαν στη ‘’Μεγάλη Αλβανία’, αναφέρονται περιθωριακά. Περισσότερο καταδικάζεται η πολιτική της φασιστικής Ιταλίας και της Ναζιστικής Γερμανίας, ενώ οι Μπαλίστες δεν κατονομάζονται.[41] Ιδιαίτερα εξαίρονται τα πολιτιστικά επιτεύγματα των Αλβανών στη Σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία [42],  ενώ αποσιωπάται πλήρως το αλβανικό ζήτημα.  Επειδή οι μνήμες των ένοπλων συγκρούσεων του 2001 είναι ακόμα νωπές στις νέες γενιές και δηλητηριάζουν τις  σχέσεις  Αλβανών και Σλαβομακεδόνων μαθητών, η Επιτροπή του Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και το Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Διευθέτησης Κρίσεων χρηματοδότησε την έκδοση μιας μπροσούρας με τίτλο ‘’Η κατανόηση της σύγχρονης ιστορίας’’, με σκοπό τη ‘’λύση των παρεξηγήσεων’’.   Στη συγγραφή της συμμετείχαν 25 καθηγητές από 24 σλαβομακεδονικά και αλβανικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης. Δεν πρόκειται για καρπό ιστορικής έρευνας. Ούτε αναζητήθηκαν τα αίτια της σύγκρουσης ούτε κατονομάσθηκαν πρόσωπα και γεγονότα ούτε αποδόθηκαν ευθύνες σε κάποια πλευρά.. Απλά  αναφέρθηκε ότι συγκρούστηκε ο UÇK με τις δυνάμεις  ασφαλείας των Σκοπίων και ότι ένα μέρος του αλβανικού πληθυσμού υποστήριξε τον UÇK, ενώ ένα μέρος των Σλαβομακεδόνων τις δυνάμεις ασφαλείας. Ιστορικοί και στρατιωτικοί αναλυτές των Σκοπίων χαρακτήρισαν τη μπροσούρα περισσότερο  ως ψυχολογικό βάλσαμο παρά ως  ιστορική μελέτη.[43] Διαφορετική είναι η άποψη του Αλβανού Ιστορικού Muzafer Bislimi, δημάρχου του  Aračinovo και επιστημονικού συνεργάτη του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας των Σκοπίων. Κατά τη γνώμη  του το ευρωπαϊκό μοντέλο απαιτεί να μην υπάρχουν στα  σχολικά εγχειρίδια πολλές λεπτομέρειες και απαριθμήσεις για να διευκολύνονται οι μαθητές. Η  ανάλυση και η διαφώτιση των γεγονότων είναι έργο της επιστήμης.[44] Με άλλα λόγια,  σε περιοχές όπου υπάρχουν εθνοτικά προβλήματα, στους μαθητές δεν πρέπει να καλλιεργείται  ένα προβληματισμός ούτε να θίγονται στα σχολικά  εγχειρίδια ζητήματα σχετικά με τη βαριά κληρονομιά του παρελθόντος.

Αναμφίβολα, οι Σλαβομακεδόνες έχουν επίγνωση του αλβανικού κινδύνου. Καθώς το κράτος δεν έχει εσωτερική συνοχή, αναζητούν σανίδα σωτηρίας στην ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο ΝΑΤΟ δεν πρόκειται να ενταχθούν πριν από το 2008, ενώ με την κρίση που διέρχεται η Ευρώπη δεν μπορεί να προβλεφθεί το χρονικό πλαίσιο της  ένταξης της ΠΓΔΜ  στην Ε.Ε.  Λόγω των παραχωρήσεων των Σλαβομακεδόνων προς τους Αλβανούς, αλλά και της αναγνώρισης της ΠΓΔΜ από την Αμερική ως ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’, η κυβέρνηση των Σκοπίων παραμένει αδιάλλακτη στην επίλυση του    ζητήματος της ονομασίας που εκκρεμεί στις σχέσεις ΠΓΔΜ και Ελλάδας. Οι Σλαβομακεδόνες βλέπουν  μια συμβιβαστική λύση στο όνομα ( Νέα Δημοκρατία της ΜακεδονίαςΔημοκρατία της ΜακεδονίαςΣκόπια) ως αμφισβήτηση της εθνικής τους ταυτότητας. Καθώς η εσωτερική φυσιογνωμία του κράτους έχει αλλοιωθεί, απορρίπτουν μια επιπλέον αλλοίωση και της εξωτερικής του φυσιογνωμίας. Η Ελλάδα δεν επιθυμεί να μεταβάλει την ταυτότητα του σλαβικού πληθυσμού της ΠΓΔΜ. Επιδιώκει να οροθετήσει τον ελληνισμό από τον σλαβισμό στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας.  Στην ουσία πρόκειται για την εξεύρεση  μιας σύνθετης ονομασίας εντός των Ηνωμένων Εθνών.  Μέχρι σήμερα η διαμεσολαβητική προσπάθεια του Nimitz  εξυπηρέτησε την αμερικανική πολιτική. Η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική προκάλεσε πικρία στην Ελλάδα και ενίσχυσε την αδιαλλαξία των Σκοπίων. Παρά τις διαβεβαιώσεις  της Ουάσιγκτον ότι θα σεβαστεί την απόφαση του ΟΗΕ επί της ουσίας δεν άλλαξε τίποτα. Για τους Αλβανούς το ζήτημα του ονόματος δεν είναι ουσιαστικό και παραμένουν μάλλον  ουδέτεροι στη διένεξη της Ελλάδας με την ΠΓΔΜ. Ωστόσο, ιδιαίτερα κατηγορηματικός είναι ο Xhafëri, ο οποίος, έχοντας μια φιλοσοφική και ιστορική κατάρτιση,  απορρίπτει τον ‘’μακεδονισμό’’ ως ιστορική έννοια και τον θεωρεί πολιτική σύμβαση. Αναγνωρίζει ότι στη διεθνή ιστορική επιστήμη η Ελλάδα είναι δικαιωμένη και φοβάται μήπως υπό την  επιρροή του ελληνικού λόμπυ στο εξωτερικό  τα Σκόπια  χάσουν τη μάχη με την Ελλάδα για το όνομα, μήπως η Ελλάδα επιβάλει τη διάκριση Αρχαίων και Νέων Μακεδόνων και τελικά καθιερωθεί ο όρος ’’ Σλαβομακεδονία’’  πράγμα που δεν συμφέρει τους Αλβανούς.[45] Στο εσωτερικό της χώρας οι Αλβανοί χρησιμοποιούν τον όρο ‘’Σλαβομακεδόνες’’ αντί για ‘’Μακεδόνες’’ για τους Σλάβους κατοίκους της ΠΓΔΜ,  αλλά οι ίδιοι ως  μη Σλάβοι  δεν επιθυμούν το κράτος διεθνώς να ονομάζεται ‘’Δημοκρατία της Σλαβομακεδονίας’’.

Μετά από αμερικανικές πιέσεις προς τους Ευρωπαίους, η ΠΓΔΜ έλαβε τελικά το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας στη σύνοδο του Δεκεμβρίου του 2005, αλλά παραμένει άγνωστο πότε θα λάβει ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Θα  ισχύει περαιτέρω η επωνυμία  FYROM  εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναμένεται η  επίλυση  του ζητήματος της ονομασίας κατά τη διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ.  Μια τέτοια όμως τροπή των πραγμάτων ενέχει τον κίνδυνο της αναγνώρισης της ΠΓΔΜ από διάφορα ευρωπαϊκά κράτη, καθώς η Ευρώπη δεν έχει συνοχή και διέρχεται εσωτερική κρίση.                                                                

 Ανεξάρτητα από την έκβαση της μάχης για το όνομα ή το βαθμό της εξωτερικής προστασίας και βοήθειας προς την ΠΓΔΜ, το κράτος αυτό θα παραμείνει  χωρίς εσωτερική συνοχή, προσωρινό αμερικανικό προτεκτοράτο. Αν το Κόσοβο ανεξαρτητοποιηθεί,  όπως επιδιώκουν όλοι οι Αλβανοί,  το  αλβανικό πρόβλημα στην ΠΓΔΜ θα οξυνθεί περισσότερο και από την Ευρώπη δεν πρέπει να αναμένονται μαγικές λύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρώπη δεν έχει συγκεκριμένη βαλκανική πολιτική-πέρα από τα γνωστές διακηρύξεις για τα κριτήρια ένταξης- και άγεται από την Αμερική, βρισκόμενη προ τετελεσμένων γεγονότων. Το ζήτημα του Κοσόβου είναι για τους Αλβανούς ζήτημα δημιουργίας ενός νέου ομοιογενούς βιώσιμου αλβανικού κράτους (με την ενσωμάτωση και της κοιλάδας του Πρέσεβο),    ικανού να παίξει κάποιο ρόλο στη νέα βαλκανική πραγματικότητα. Η ανεξαρτησία του Κοσόβου ή η διχοτόμηση του Κοσόβου θα επιδράσει καταλυτικά στην ΠΓΔΜ και  οι     εσωτερικές  αντιθέσεις του κρατιδίου  ίσως οξυνθούν.   Πολιτειολόγοι  και διεθνολόγοι της ΠΓΔΜ στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρω-Βαλκανικού Ινστιτούτου της χώρας πρότειναν τη συνηθισμένη συνταγή για την ‘’απόσβεση του παρελθόντος: εκδημοκρατισμό της κοινωνίας,  έγκαιρη διάγνωση των προβλημάτων, εγκαινίαση του διαλόγου μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων.[46] Αλλά η διάγνωση ήταν σαφής και έγκαιρη: Η δυναμική που απέκτησε ο αλβανικός παράγοντας μετά το 1999 σαφώς δεν θα περιοριζόταν στο Κόσοβο, αλλά θα διαχεόταν και στην ΠΓΔΜ και στο Μαυροβούνιο, όπου οι Αλβανοί στήριξαν τον Τζουκάνοβιτς και τώρα ίσως θέσουν ζήτημα εδαφικής αυτονομίας (Ούλτσιν, Πλαβ, Γκούσινγιε). [47]

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Μowrer εισήγαγε τον όρο’’ βαλκανιοποίηση της Ευρώπης.’’ [48] Ξεκινώντας από την ίδρυση των ‘’προβληματικών’’ βαλκανικών κρατών με την προϊούσα συρρίκνωση και διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Mowrer  εννοούσε τα ανομοιογενή,  μικρά και μη βιώσιμα   κράτη που αναδύθηκαν μετά τη διάλυση της Αυστρο-Ουγγαρίας και τον ακρωτηριασμό της Γερμανίας. Τα κράτη αυτά βρίσκονταν σε εχθρικές σχέσεις με τους γείτονές τους και   θα μεταβάλλονταν σε θύματα των μηχανορραφιών των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι,  η ίδια η Ευρώπη είχε μετατραπεί σε μια πυριτιδαποθήκη, εκτιμούσε ο Αμερικανός δημοσιογράφος. Τα κράτη που αναδύθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως η Πολωνία, η Ρουμανία, η Τσεχοσλοβακία και η Γιουγκοσλαβία , δεν ήταν μικρά. Είχαν βέβαια προβλήματα εσωτερικής εμπέδωσης, αλλά ήταν κυρίως η ιταλική επεκτατική πολιτική και ο γερμανικός αναθεωρητισμός που οδήγησαν στην κατάρρευση της Ευρώπης του Μεσοπολέμου. Ειδικά η ίδρυση της Γιουγκοσλαβίας το 1918 και η επανασύστασή της το 1945 σε ομοσπονδιακή βάση είχε την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου Σέρβοι πολιτικοί εκτιμούσαν ότι λόγω της θέσης των Βαλκανίων μεταξύ Ανατολής και Δύσης μεταπολεμικά δεν θα έπρεπε θα ισχύσει η αρχή της ισορροπίας μεταξύ μικρών κρατών που θα εξέφραζαν τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων και θα μετέτρεπαν τα Βαλκάνια σε εστία νέου πολέμου. Η δημιουργία ενός ισχυρού νοτιοσλαβικού κράτους κρίθηκε ως βασικός παράγοντας για την ειρήνη στα Βαλκάνια. Άλλωστε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο καθιερώθηκε επίσημα και ο όρος ‘’Νοτιοανατολική Ευρώπη’’.  Για την επανασύσταση  της Γιουγκοσλαβίας είχαν ήδη συμφωνήσει το 1941 οι Άγγλοι και οι Σοβιετικοί. Μια πραγματική ‘’βαλκανιοποίηση’’ συντελείται  σήμερα ως σύνδρομο της παγκοσμιοποίησης.  Η Γιουγκοσλαβία δεν άντεξε τη δοκιμασία της Ιστορίας , αλλά, αν  η απόσχιση της Σλοβενίας δεν δημιούργησε προβλήματα στους Σέρβους ή σε τελική ανάλυση οι Κροάτες μπορούσαν να επικαλεστούν το ιστορικό και κρατικό δίκαιο για την ανεξαρτητοποίηση της Κροατίας, η περίπτωση της ανεξαρτησίας του Κοσόβου  αποτελεί παραβίαση των αρχών του διεθνούς δικαίου για μια σειρά γνωστών λόγων. Και αν ακόμα de-jure ισχύσει ότι ένα ανεξάρτητο Κόσοβο δεν θα έχει το δικαίωμα της ένωσης με την Αλβανία ή με τμήματα άλλου κράτους, στην πράξη σήμερα οι Αλβανοί έχουν δημιουργήσει ομοιογενείς αλβανικές περιοχές και αισθάνονται ως μια ενότητα, παρά τις διαφορές τους.   Μια ευρωπαϊκή λύση του ζητήματος του Κοσόβου θα ήταν η εφαρμογή του μοντέλου του Νοτίου Τυρόλου.  Η  περαιτέρω αποδυνάμωση της Σερβίας μετά την πτώση του Μιλόσεβιτς,   η εφαρμογή στην ουσία  της αυστριακής πολιτικής των αρχών του 20ού αιώνα ‘’ Serbien muss sterbien’’ από τη σύγχρονη υπερδύναμη ,  δεν αποτελεί την καλύτερη επιλογή για τη σταθερότητα της περιοχής. Μετά την ανεξαρτησία του Μαυροβουνίου και  του Κοσόβου ίσως οι  Μουσουλμάνοι στο Σαντζάκι και οι Ούγγροι της Βοϊβοδίνας θέσουν ζήτημα αυτονομίας, ενώ οι Βόσνιοι Σέρβοι θα φανούν απρόθυμοι να ενταχθούν στους θεσμούς του δυσλειτουργικού κράτους της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και θα προχωρήσουν στη διοργάνωση δημοψηφίσματος.. Παραμένει ανοικτό το ερώτημα  αν πιθανή  ένταξη των  βαλκανικών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα σημάνει αναγκαστικά και την ‘’αποβαλκανιοποίησή’’ τους, αν σε ένα υπερκρατικό, υπερεθνικό συλλογικό μόρφωμα λόγω της ισχύος της διαπλεκόμενης οικονομίας  τα σύνορα θα καταστούν συμβολικά και οι εθνοτικές συγκρούσεις θα αμβλυνθούν. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον της Ευρώπης και το χρονοδιάγραμμα  της συνολικής ένταξης των Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέχρι σήμερα η Ευρώπη παραμένει μια οικονομική ζώνη, χωρίς σύνταγμα, χωρίς προσδιορισμένη ταυτότητα και χωρίς την ανάλογη πολιτική  βαρύτητα στη διεθνή σκηνή.  Στην παγκοσμιοποιημένη  οικονομία οι ανταγωνισμοί είναι ισχυροί, η κοινωνική ισορροπία κινδυνεύει να ανατραπεί και με την ιδιωτικοποίηση των πάντων χάνεται ο παραδοσιακός χαρακτήρας του ευρωπαϊκού κράτους ως παράγοντα εξισορρόπησης του δημοσίου και του ιδιωτικού συμφέροντος. Με άλλα λόγια, ο  ‘’εκσυγχρονισμός ‘’ των Βαλκανίων μετά το 1989 δεν έχει επιφέρει την αναμενόμενη ευημερία ώστε να ατονήσουν τα εθνικά ζητήματα. Ανεξάρτητα από το μέλλον των Βαλκανίων στην Ευρώπη, ο  βαλκανικός χώρος δεν θα πάψει να αποτελεί  την οικονομική περιφέρεια της Ευρώπης και ως ζωτικός χώρος ένα νέο   πεδίο ανταγωνισμών των  Μεγάλων Δυνάμεων που έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα, όταν ευνοούν την ίδρυση νέων κρατών ή αποδυναμώνουν τα υπάρχοντα.                                                                                      

Η εκτίμηση Ρώσων ειδικών για τα Βαλκάνια είναι ότι με τον κατακερματισμό  της Γιουγκοσλαβίας και κυρίως την αναβάθμιση του αλβανικού παράγοντα πρόκειται στην ουσία για τη διαμόρφωση νέων γεωπολιτικών δεδομένων, ευνοϊκών για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης η εξασθένιση της Σερβίας και η απομόνωση της Ρωσίας είναι οι βασικοί στόχοι των Αμερικανών και η επέκταση  του ΝΑΤΟ προς ανατολάς ερμηνεύεται με αυτή την παράμετρο από Ρώσους στρατιωτικούς αναλυτές. Παρά τη σταυροφορία της Αμερικής κατά του ‘’Ισλάμ’’, στο βαλκανικό χώρο  οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν  το ισλαμικό χαρτί κατά των Ορθόδοξων Σλάβων και έτσι προλειαίνουν το έδαφος για τη διείσδυση της Τουρκίας. Η Ευρώπη επικρίνεται από τη Ρωσία λόγω της αδυναμίας της να  αντιληφθεί τη νέα γεωπολιτική σκακιέρα και της έλλειψης πολιτικών ηγετών με οράματα και διορατικότητα.  Καθώς σήμερα έχει μεταβληθεί ριζικά η μορφή του πολέμου και οι χερσαίες στρατιωτικές  επιχειρήσεις έχουν δευτερεύουσα σημασία,  η αποκατάσταση ‘’της παλιάς ισορροπίας του τρόμου’’ είναι εφικτή με  την απόκτηση της σύγχρονης  τεχνολογίας του ‘’ηλεκτρονικού και πληροφορικού πολέμου’’. Έτσι εξηγείται από τους Ρώσους η επιδίωξη αρκετών κρατών να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα και προς την κατεύθυνση αυτή εργάζεται πυρετωδώς η Ρωσία, ταυτόχρονα με την οικονομική της ανασυγκρότηση η οποία σήμερα πραγματοποιείται με ταχύτατους ρυθμούς .  Οι Ρώσοι εκτιμούν ότι προς το παρόν  πρέπει να διατηρήσουν οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις με τα Βαλκάνια και αργότερα να ασκήσουν πολιτική επιρροή. [49]

Θεωρώντας το ζήτημα του Κοσόβου καταλύτη για μια σειρά αποσταθεροποιητικών  εξελίξεων η Ρωσία τάσσεται κατά μιας βεβιασμένης και προαποφασισμένης  λύσης, υπερτονίζοντας το ενδιαφέρον της για τα Βαλκάνια.[50] Σε περίπτωση παραβίασης του διεθνούς δικαίου και ανεξαρτησίας του Κοσόβου ο Πούτιν απειλεί με την απόσχιση της Υπερδνειστερίας, της Αμπχαζίας, της Νότιας Οσετίας κλπ. [51] Κανένας ίσως δεν μπορεί να προβλέψει τις εξελίξεις, αλλά σημασία έχει ίσως ένα πράγμα- ότι τα ψυχροπολεμικά αντανακλαστικά έχουν ήδη αρχίσει να λειτουργούν, αλλά με τους σύγχρονους όρους.                                 

Σημειώσεις:

 [1] Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ali Ahmeti, πρωταγωνιστής των γεγονότων του 2001, δήλωσε ότι θα αποκαλύψει τα έγγραφα για τη σύρραξη του 2001 όταν η ΠΓΔΜ ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Κατά την κρίση του, μια πρόωρη αποκάλυψη θα αποτελούσε οπισθοδρόμηση και θα επιδρούσε αρνητικά στη μελλοντική πορεία της χώρας. Βλ. Utrinski Vesnik (εφημ.Σκοπίων), 11-12.2.2006.

[2] Για τα γεγονότα του 2001 και την εμπλοκή  εξωτερικών παραγόντων βλ. Sp.Sfetas, ‘’Krizata v Skopje. Ohridskoto sporazumenie i posledovatelnoto razvitie (Mart 2001-Juli 2002)’’,  Makedonski Pegled 4 (2002),  σ. 41-56. Για την κρίση στo Kόσοβο και τη διάχυσή της στην ΠΓΔΜ βλ. Sv. Škariќ , Pravoto, Silata i Mirot. Makedonija i Kosovo, Σκόπια  2002. Για τις ιστορικές διαστάσεις  του αλβανικού προβλήματος στην ΠΓΔΜ βλ. Σπυρίδων Σφέτας-Κυριάκος Κεντρωτής, Οι Αλβανοί των Σκοπίων, Θέματα εθνοτικής συνύπαρξης , Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη  1995. Επίσης βλ. M.Stamova, Albanskijat Văpros na Balkanite (1945-1981), Veliko Tărnovo 2005.

[3]  Βλ. V. Latifi, Macedonian unfinished crisis: Challenges in the Process of Democratization and Stabilization, Σκόπια 2003, σ. 152-153.

[4] Για τις  σχέσεις του UÇK με τη διεθνή τρομοκρατία βλ. I.Babanovski, ONA teroristička paravojska vo Makedonija, Σκόπια 2002. Ωστόσο, η εγκυρότητα των πληροφοριών του δημοσιογράφου δεν μπορεί πάντα να αποδειχτεί.    

[5] βλ.Cl.Nicolet, ‘’Makedonien am Scheideweg zwischen Einheit und Spaltung ‘’,   Südosteuropa Mitteilungen  5-6 (2002),  σ.59

[6]  βλ. Kl. Schrameyer, ’’ Das makedonische Amnestiegesetz vom 7.März 2002’’,  Südosteuropa Mitteilungen 3 (2002), σ.67-70.  

[7] βλ. V.Latifi, ό,π., σ. 155.

[8] Βλ. D.Lega, ‘’Parlamentswahlen und Regierungsbildung in Makedonien’’, Südosteuropa, 4-5(2002), σ. 202.

[9] βλ. Latifi, ό.π.,  σ.217-222..

[10] βλ.Dnevnik, (εφ. Σκοπίων),  3.6.2005,

[11] βλ. Utrinski Vesnik (εφ.των Σκοπίων), 3.6.2005.

[12] βλ. http: //www, Radio Free Europe/Radio Liberty, Balkan Report , 19.6.2005-Macedonia: A political pact to regulate demography ?

[13] βλ. Kl.Schrameyer, ’’ Makedonien: das neue Gesetz  über die territoriale Organisation und das Referendum vom 7. November 2004’’,  Südosteuropa Mitteilungen 1(2005),σ.16.  

[14] βλ.Kl.Schrameyer,  ό.π., σ.17.

[15] Dnevnik, 29.10.2004.

[16]  Nova Makedonija (εφ. των  Σκοπίων) ,  5.11.2004.  

[17] Nova Makedonija, 6+7. 2004.

[18]  Nedeljni Telegraf  (σερβ.εφημ..),  10.11.2004.

[19]  Dnevnik, 9.2.2005.

[20] Utrinski Vesnik, 11.5.2005.

[21] Utrinski Vesnik, 15.2.2005.

[22] Utrinski Vesnik, 25.2.2005.

[23] βλ. A. Zhelyazkova, ‘’Macedonia in April 2003. Diagnosis: Cancer with galloping metastasis’’, στο συλλογικό έργο Problems of multiethnicity in the Western Balkans, edited by Antonina Zhelyazkova, International Center for Minority Studies and Intercultural Relations, Σόφια 2004, σ. 188-206.  

[24] Utrinski Vesnik, 12.4.2005.

[25] Utrinski Vesnik 28.3.2005.,

[26] Utrinski Vesnik, 12.4.2005.

[27] Dnevnik, 16/17.4.2005.

[28] Dnevnik, 19.4.2005.

[29] Utrinski Vesnik, 28-29.5.2005.

[30] Dnevnik, 16.7.2005.

[31] Dnevnik, 23.11.2005.

[32]  Dnevnik, 2.7.2005.

[33] Utrinski Vesnik, 1.11.2005.

[34] Dnevnik, 9.8.2005. 

[35]  ‘’Tensionet përfshinjë Bashkësinë Islame në republikën fqinjë. Një mjekër për Maqedoninë,’’ Klan (αλβ.περ.), 6.8.2005.

[36]  βλ. ‘’Dritëhije e Ohrit në Librin e bardhë’’, Shqip( μην.αλβ.περ.) 39(2005), σ.26-28.

[37] Αυτόθι.

[38] Αυτόθι.

[39] βλ. K.Todorova, Makedonsko-albanski vrski 1878-1903,   Σκόπια 2002.

[40] Για την αλβανική εξέγερση του 1912 βλ. τη νέα τεκμηριωμένη με αυστριακές, σερβικές,  βουλγαρικές και αλβανικές πηγές μελέτη του Razim Abduli, Albanskoto Osloboditelnoto Dviženie 1911–1912, Tom II, Σκόπια 2003, σ. 159-467. Πρόκειται για έκδοση του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας, στο οποίο  μετά τη συμφωνία της Αχρίδας απασχολούνται Αλβανοί και Τούρκοι Ιστορικοί.

[41] βλ.Istorija za Οsmo Οdelenie ( συλλογικό έργο των V. Velkovski, H.Sejdi, Ar.Aljademi, D.Risteska, G. Pavlovski ) ,  Skopje 2005, σ. 96-97 και 106.  Στο αντίστοιχο αλβανικό εγχειρίδιο προστέθηκαν πολλά γεγονότα της ‘’σλαβομακεδονικής ιστορίας’’, αλλά και εδώ τα επίμαχα ζητήματα αποσιωπούνται. Αναφέρεται μονάχα ότι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ιδρύθηκε η ‘’Μεγάλη Αλβανία’’ ως ιταλικό προτεκτοράτο,  οι Αλβανοί στις κατακτηθείσες περιοχές για πρώτη φορά απέκτησαν σχολεία στη μητρική τους γλώσσα,  ανέλαβαν την διοίκηση και ότι στα ονόματα των μη Αλβανών δόθηκε αλβανική κατάληξη. Γίνεται λόγος για  ‘’γενοκτονία’’ και την εκδίωξη των Τσάμηδων από την Ελλάδα. Οι ταραχές του 1981 στο Κόσοβο και τα Σκόπια παρουσιάζονται ως κινήσεις των Αλβανών για περισσότερα δικαιώματα και για εκδημοκρατισμό της κοινωνίας βλ. Historia për Klasën VII (επιμ. έκδ. Jovo Stefanovski),  Σκόπια 2005, σ. 80,  88, 120, 122.                     

[42] βλ. Istorija za Osmo Odelenie,  ό, π.,  σ. 130-131.  

[43] βλ. Dnevnik, 13.1.2006.

[44] βλ. Večer(εφημ.Σκοπίων), 14+15.1.2006.

[45] ‘’Makedonija ќe ja zagubi bitkata za imeto so Grcija!”, Dnevnik, 22-24.4.2005. Σε τηλεοπτική αναμέτρηση μεταξύ του Ahmeti και του  Xhafëri για το μέλλον της χώρας , ο πρώτος δήλωσε  ότι θεωρεί τη ‘’Μακεδονία’’ πατρίδα του , όπως τη θεωρούσαν και οι πρόγονοί του. Απαντώντας ο Xhafëri  δήλωσε ότι δεν θεωρεί τη ‘’Μακεδονία’’ ως δική του πατρίδα , αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα των Αλβανών και , όσον αφορά τους προγόνους του,  δήλωσε ειρωνικά ότι  αυτοί σίγουρα δεν αισθάνονταν τη ‘’Μακεδονία’’ ως πατρίδα τους, διότι  τότε Μακεδονία  δεν υπήρχε.  βλ. Dnevnik, 3.3.2006.        

 [46] βλ. Spravuvanje so konfliktnoto minalo. Zašto i kako da se stori toa? (επιμ. έκδοσης Biljana Bankovska) , Εuro Balkan Press, Σκόπια 2006.

[47]  Mέχρι σήμερα οι Αλβανοί του Μαυροβουνίου (50.000, 7,2% του πληθυσμού του Μαυροβουνίου) έχουν εξασφαλίσει το δικαίωμα ανάρτησης της αλβανικής σημαίας, της χρήσης της αλβανικής γλώσσας ως πρώτης επίσημης, όπου αποτελούν την πλειοψηφία, και ως δεύτερης επίσημης, όπου αποτελούν μειονότητα,  4 έδρες στη Βουλή σε κομματική βάση και 4 έδρες σε εθνική βάση. Έτσι, με 8 έδρες μπορούν να επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις, ενισχύοντας πάντοτες τις ‘’αντισερβικές πολιτικές δυνάμεις’’ του Μαυροβουνίου. Στην Παιδαγωγική Σχολή 100 Αλβανοί φοιτητές σπουδάζουν την  αλβανική γλώσσα, η κρατική τηλεόραση εκπέμπει καθημερινά ειδήσεις στην αλβανική, υπάρχουν δύο ιδιωτικές αλβανικές τηλεοράσεις και εφημερίδες, ενώ αναμένονται επενδύσεις Αλβανών της διασποράς στο Μαυροβούνιο. βλ. ‘’ Shqiptarët në shtetin më të ri të Europës, Shqip, 47( 2006), σ. 1214.  

[48]  P.S. Mowrer,  Balkanized Europe. A Study in Political Analysis and Reconstruction, Νέα Υόρκη 1921.    

[49] Για τα ζητήματα αυτά που στη Ρωσία ερμηνεύονται ως διδάγματα της γιουγκοσλαβικής  κρίσης βλ. Al. Manačinskij, Jugoslavija. Prigovor Vynesen, Κίεβο 2005.   Μετά από μια περίοδο περιπέτειας και αναζήτησης  προσανατολισμού η Ρωσία υπό την Προεδρία του Πούτιν έχει διαμορφώσει ορισμένους άξονες της εσωτερικής της και της εξωτερικής της πολιτικής.  1) Η διευθυνόμενη δημοκρατία. Το κράτος πρέπει να παραμένει  ισχυρό και  αλώβητο είτε από τη φιλελεύθερη οικονομία είτε από υπέρμετρους δημοκρατικούς θεσμούς . Είναι χαρακτηριστική η σχετική δήλωση του Πούτιν.’’ Στη χώρα μας το κράτος, οι θεσμοί του και οι  δομές του έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο στη ζωή του λαού μας. Το ισχυρό κράτος δεν είναι ανωμαλία για τον Ρώσο, δεν είναι κάτι που πρέπει να καταπολεμήσει,  αλλά, αντίθετα, είναι πηγή  και εγγύηση της τάξης, η πρωτοβουλία και η ισχυρή κινητήριος δύναμη για οποιαδήποτε αλλαγή. Μάθαμε να εκτιμάμε τα αγαθά της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της ατομικής και πολιτικής ελευθερίας. Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι είναι απογοητευμένοι από την φανερή εξασθένιση της κρατικής εξουσίας. Η κοινωνία απαιτεί την αποκατάσταση του κράτους ως διευθυντικού και ρυθμιστικού παράγοντα στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό με βάση τις παραδόσεις και τη σημερινή κατάσταση της χώρας ’’, 2) το δόγμα των προληπτικών πληγμάτων  και η χρήση πυρηνικών για αποτροπή επίθεσης, αν τα άλλα μέσα αποδειχτούν αναποτελεσματικά. 3) η δημιουργία ενός πολυπολικού κόσμου . Η Ρωσία κινείται  σε έναν ασιατικό και σε ένα ευρωπαϊκό άξονα. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μια στενή στρατιωτική και οικονομική συνεργασία με την Κίνα, την Ινδία και το Ιράν για τη μείωση της αμερικανικής επιρροής στην Κεντρική Ασία και την Άπω Ανατολή . Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. βλ. P.Dimitrova,’’ Rusija meždu iztoka i zapada. Vănšnopolitičeski strategii na praga na XXI vek.’’ , στο συλλογικό έργο   Problemăt Iztok- Zapad. Prevăplăštenija v novo i naj’- novoto vreme. (επιμ. έκδοσης  T.Stoilova, V.Atanasova, R.Čukova) ,  Institut po Istorija ,  Σόφια 2005, σ. 257-263.  Στην εξαγωγή του αμερικανικού μοντέλου της δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας ο Πούτιν απαντά ότι η ελεύθερη οικονομία, όπως εφαρμόζεται,  δεν επιφέρει αναγκαστικά ευημερία, αλλά μάλλον οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ενώ  η παρακολούθηση ακόμα και της ιδιωτικής  ζωής των ‘’επικίνδυνων’’ πολιτών   με τη σύγχρονη τεχνολογία της Δύσης συνιστά αυτοκτονία της ίδιας της δυτικής δημοκρατίας.                  

[50] βλ. τις δηλώσεις του πρέσβη της Ρωσίας στο Βελιγράδι  Al. Aleksejev,” Balkan  je naša interesna sfera. Nezavisnost Kosova bila bi presedan!” , Nedeljni Telegraf, 7.6.2006.

[51] βλ. Nin (σερβ. περ.) , 13.7.2006.

Ο Σπυρίδων Σφέτας είναι  καθηγητής Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης

Πηγή: http://www.anixneuseis.gr/?p=167135

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s