Η εργαλειοποίηση της Ιστορίας στη σύγχρονη ρωσική πολιτική

 

Απρίλιος 19,  2017

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

 Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τα γεγονότα του Οκτωβρίου του 1917, τα οποία οδήγησαν τη Ρωσία σε μια περιδίνηση που κράτησε οκτώ περίπου δεκαετίες με τα γνωστά αποτελέσματα. Σήμερα, είκοσι πέντε χρόνια μετά την κατάρρευση εν μία νυκτί της ΕΣΣΔ, παρατηρώντας τον δημόσιο διάλογο στη Ρωσία, δεν μπορούμε να μην καταγράψουμε μια έντονη προσπάθεια υποκατάστασης της πολιτικής από την Ιστορία, προκειμένου να καλυφθούν οι οξυμένες ανάγκες της υπό διαμόρφωσης νέας κρατικής ιδεολογίας, αλλά και της γενικότερης στρατηγικής του Κρεμλίνου, για συσπείρωση του πληθυσμού γύρω από τον ηγέτη του.

Η αρχή έγινε το 2014 με την ουκρανική κρίση να φτάνει στο απόγειό της. Τότε η ρωσική πλευρά χρησιμοποίησε διάφορα «ιστορικά» γεγονότα και αφηγήσεις, προκειμένου να ενισχύσει ιδεολογικά τις γεωπολιτικές της επιλογές. Έκτοτε, παρατηρούμε πως πολλές από τις ιδέες και απόψεις των ημερών εκείνων έχουν αποκτήσει δική τους λογική, δομή και ζωή και, παράλληλα, έχουν δημιουργηθεί διάφορες ομάδες υποστήριξης τους. Γίνεται, βέβαια, αντιληπτό, πως κανείς πια δεν ακούει τους πλέον ενδεδειγμένους, που δεν είναι άλλοι από τους ίδιους τους ιστορικούς, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις των  προπηλακισμών, των διώξεων και των απολύσεών τους από σχολεία και ΑΕΙ.

Η ρωσική κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να προσπαθήσει να αλλάξει, προς το συμφέρον της, την υπάρχουσα κατάσταση και να θέσει υπό τον αεικίνητο, πανταχού παρόντα έλεγχο της την ιστορική γνώση, τις διαδικασίες διάδοσης και διάχυσής της και να μετατρέψει την επιτρεπόμενη ιστορία σε πολιτική γλώσσα. Κανείς δεν εξεπλάγη όταν, τον Αύγουστο του 2015, άρχισε η συζήτηση του νομοσχεδίου για τη μνήμη των θυμάτων των πολιτικών διώξεων, τόσο επί Στάλιν όσο και για την περίοδο των διαδόχων του. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε με μεγάλη πλειοψηφία την άνοιξη του 2016 και κύριος στόχος του είναι η ανάδειξη του Ι. Β. Στάλιν στο πάνθεον των εθνικών ηρώων της Ρωσίας.

Ιστορία και ουκρανική κρίση

Υπάρχει όμως μια μικρή προϊστορία. Τη διετία πριν από το 2014, η κρατική ρωσική προπαγάνδα άρχισε να προβάλει διάφορες εκδοχές του ιστορικού αφηγήματος, προκειμένου να δικαιώσει αποφάσεις του Κρεμλίνου και με τον τρόπο αυτό να εξασφαλίσει την μέγιστη δυνατή υποστήριξη εκ μέρους του πληθυσμού. Η εποχή, εξάλλου, ήταν ευνοϊκή: οι τιμές των ενεργειακών πρώτων υλών είχαν πάρει την ανιούσα, τα κρατικά ταμεία ήταν γεμάτα και υπήρχε η αίσθηση μιας πολλά υποσχόμενης, ανθηρής ζωής στο παρόν και στο μέλλον. Εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία, η ρωσική πολιτική ελίτ ανέλαβε μια σειρά πρωτοβουλίες για μια νέα «ανάγνωση» της ιστορίας της χώρας. Σε μια προσθήκη που έγινε στο νόμο «Περί της αποκατάστασης του Ναζισμού», εμφανίστηκαν στον δημόσιο διάλογο διάφορες αναφορές, αρχικά στον ηγεμόνα της Ρους του Κιέβου Βλαδίμηρο, εκχριστιανιστή των Ρως και στη συνέχεια γιορτάστηκε με μεγαλοπρέπεια η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Η συνέχεια δεν επεφύλασσε εκπλήξεις, αφού οι γιορτασμοί για τα 70 χρόνια της νίκης της Σοβιετικής Ένωσης στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, είχαν όλη τη μεγαλοπρέπεια και την έκταση που προσέδιδαν μια αύρα αναδυόμενης νέας αυτοκρατορίας, η οποία αφού γονάτισε για λίγο, ορθώνεται και πάλι στα πόδια της, σύμφωνα με τους απολογητές της. Το 2015 σηματοδοτήθηκε με την εμφάνιση της «νοσταλγίας» για τον Στάλιν, ο οποίος ολοένα και συχνότερα έκανε την εμφάνισή του στο δημόσιο διάλογο με αφορμή άλλοτε την πρόταση αγιοποίησής του που έκανε ένας τοπικός επίσκοπος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην περιοχή του Βόλγα και άλλοτε με την επαναφορά του ονόματος του Γεωργιανού Μπολσεβίκου σε ονόματα, πλατείες αλλά και τα αποκαλυπτήρια μνημείων αφιερωμένων σε αυτόν. Σημειώνουμε πως για πολλές δεκαετίες, και συγκεκριμένα από το μακρινό πλέον 1955 και το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ προκάλεσε θυελλώδεις συζητήσεις και επικρίσεις από εκείνο το τμήμα του πληθυσμού που τρέφει αρνητικά συναισθήματα για τον Ι. Β. Στάλιν και τη διακυβέρνησή του. Μια αναγκαία σημείωση: ποτέ δεν έγινε η παραμικρή δήλωση υποστήριξης αυτών των πρωτοβουλιών εκ μέρους των επίσημων αρχών της χώρας. Την αποστολή αυτή εκτελούσαν και εκτελούν εντεταλμένοι διαμορφωτές της ρωσικής κοινής γνώμης, μέσα από τηλεοπτικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες, βιβλία και άρθρα σε περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας. Μέχρι αυτού του σημείου η Ιστορία, παρέμενε βοηθητικό προπαγανδιστικό εργαλείο της εξουσίας.

Η συλλογική μνήμη ως εργαλείο άσκησης πολιτικής

Η πρώτη σοβαρή απόπειρα εργαλειοποίησης της Ιστορίας έγινε τον Απρίλιο του 2014, όταν η Κρατική Δούμα (Κοινοβούλιο) ενέκρινε τις τροπολογίες στον Ποινικό Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και συγκεκριμένα στο άρθρο που αναφέρεται στην «Αποκατάσταση του Ναζισμού». Έκτοτε, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την επίσημη εκδοχή για τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο χωρίς να υποστεί νομικές κυρώσεις. Η ειδοποιός διαφορά από το παρελθόν έγκειται ότι στη δεκαετία του 2000 – 2010, το ζήτημα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου είχε αξιοποιηθεί με στόχο την ταύτιση κράτους και κοινωνίας, σήμερα γίνεται για τη σφυρηλάτηση μιας νέας κρατικής ιδεολογίας.  Αυτό εισάγει στη συζήτησή μας το ζήτημα της συλλογικής μνήμης του ρωσικού πληθυσμού, η οποία αναφέρεται στα δεινά αλλά και στη νίκη, πράγμα που αποτελεί ουσιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο της ρωσικής εθνικής ταυτότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι σχεδόν κάθε ρωσική οικογένεια έχει τουλάχιστον ένα νεκρό ή τραυματία πρόγονο που συμμετείχε σε αυτόν τον πόλεμο, πράγμα που αποδεικνύεται περίτρανα από τη μαζική συμμετοχή του πληθυσμού στη διαδήλωση του «Αθάνατου Συντάγματος» κάθε χρόνο την 9η Μαΐου, μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε ο τηλεοπτικός σταθμός Tomsk-2, ο οποίος στη συνέχεια, λόγω της ενοχλητικής του παρουσίας, έχασε την άδεια εκπομπής σήματος. Αν όμως κάποιος αναζητήσει τις αιτίες αυτής της εργαλειποίησης δεν έχει παρά να ανατρέξει στην ενοποιητική δύναμη της συγκολλητικής ουσίας που λέγεται «ιστορική μνήμη για τον πόλεμο». Είναι, συνεπώς, κατανοητή η προσπάθεια επιβολής μιας επίσημης αφήγησης περί του πολέμου.

Η νέα (παλιά) ορολογία

Αυτή η μνήμη για τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο απέκτησε νέα πολιτική νοηματοδότηση το 2014, με τα γεγονότα στην πλατεία Μεϊντάν του Κιέβου και την έναρξη του πολέμου στις ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας. Από το σημείο αυτό και μετά, βλέπουμε πως η επίσημη κρατική προπαγάνδα της Ρωσίας, αρχίζει να χρησιμοποιεί «παραδείγματα» και «αναλογίες» με τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ είναι πλήρης η υιοθέτηση της ορολογίας εκείνης της εποχής. Οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις αποκαλούνται «καταδιωκτικά αποσπάσματα», όπως αποκαλούνταν οι μονάδες των Γερμανών Ναζί που οργίασαν στις περιοχές αυτές την περίοδο της κατοχής. Αντίστοιχα, οι φιλορωσικές δυνάμεις αποκαλούνται «πολιτοφύλακες», ανακαλώντας στη συλλογική μνήμη τις εικόνες των εθελοντών – πολιτών που υπερασπίστηκαν στην Μόσχα τον δύσκολο χειμώνα του 1941 αλλά και το Λένινγκραντ κατά τη διάρκεια των 900 ημερών της πολιορκίας του από τα χιτλερικά στρατεύματα. Το κατά πόσο αποτελεσματική ήταν αυτή η εργαλειοποίηση φαίνεται από την τροποποίηση που δέχτηκε λίγο αργότερα, όταν η επίσημη προπαγάνδα άρχισε να εργαλειοποιεί παλαιότερες εποχές της ρωσικής ιστορίας, προκειμένου να θέσει νέα πλαίσια για την ακολουθούμενη πολιτική της, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Την πρωτοκαθεδρία απέκτησε και πάλι η περίοδος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα τον Αύγουστο του 2014,όταν ο Βλαντίμιρ Πούτιν, σε μια ομιλία του σε εγκαίνια μνημείου ηρώων αυτού του πολέμου, αναφέρθηκε όχι μόνο στον ηρωισμό των στρατιωτικών και στη θησεία του, αλλά και στο γεγονός ότι η «νίκη είχε “κλαπεί” από τη χώρα», εξαιτίας εκείνων που καλούσαν τον πληθυσμό να αποδεχτεί την ήττα, που υπονόμευσαν το αξιόμαχο του στρατεύματος, που προκάλεσε διχασμό στην κοινωνία, προδίδοντας τα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Ήταν έκπληξη το ότι δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στους Μπολσεβίκους, γιατί αυτοί ήταν που δημιούργησαν την εκρηκτική ατμόσφαιρα την οποία ο ίδιος περιέγραψε. Η εξήγηση θα πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι ο ηγέτης της Ρωσίας δεν ήθελε να εκνευρίσει τους Ρώσους Κομμουνιστές του Γιεβγκένι Ζουγκάνοφ, ο οποίος αποτελεί πολύτιμο σύμμαχό του τόσο μέσα όσο και έξω από τη Δούμα.

Μια μικρή ιστορική αναφορά, πριν προχωρήσουμε παρακάτω. Το 2013 ο Βλαντίμιρ Πούτιν ανέθεσε στους Ρώσους ιστορικούς να γράψουν ένα «νέο, ενιαίο εγχειρίδιο για την ιστορία της Ρωσίας», επικαλούμενος μεγάλες διαφορές στις τοπικές ιστορίες των ρωσικών περιφερειών και την επίσημη κεντρική αφήγηση. Το Ινστιτούτο Ιστορίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, ένα χρόνο αργότερα, ανέλαβε με εντολή του προέδρου τη συγγραφή των νέων βιβλίων ιστορίας της «Νοβορωσίας», όπως αποκαλούν τις περιοχές της ανατολικής Ουκρανίας και της Κριμαίας. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατήρησε ήδη την αντίφαση ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη εντολή, αλλά ο διευθυντής του Ινστιτούτου Ιστορίας δήλωσε πως οι συνεργάτες του συνεχίζουν την εργασία πάνω στην ιστορία της Κριμαίας, χωρίς όμως να κάνει την παραμικρή αναφορά στη «Νοβορωσία».

Ξαφνικά, το Κρεμλίνο θυμήθηκε την «Βάπτιση» των Ρως του Κιέβου, «η οποία ξεκίνησε από τη Χερσόνα, όπου βαπτίστηκε ο ίδιος ο ηγεμόνας Βλαδίμηρος και στη συνέχεια πήγε στο Κίεβο για την βάπτιση των υπηκόων του». Λίγο αργότερα εκδηλώθηκε η επιθυμία τοποθέτησης αγάλματος του ηγεμόνα Βλαδίμηρου στην Μόσχα, πολύ μεγαλύτερου από το αντίστοιχο του Κιέβου. Ο δημόσιος διάλογος περιστράφηκε γύρω από την ενδεδειγμένη περιοχή στην οποία έπρεπε να τοποθετηθεί, χωρίς φυσικά κανένα αποτέλεσμα. Το άγαλμα δεν κατασκευάστηκε ποτέ.

Οι Ρώσοι κομμουνιστές και η προσπάθειας εξαγνισμού του Στάλιν

Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας, το οποίο πρωτοστατεί στην εργαλειοποίηση της Ιστορίας.

Ως γνωστόν οι κομμουνιστές είναι οι πρώτοι που οσμίζονται τις αλλαγές. Έτσι και αυτή τη φορά, αφού οσμίστηκαν στην αλλαγή της ηγεσίας του Κρεμλίνου ως προς τη νέα επίσημη ιστορία, ανέλαβαν μια σειρά πρωτοβουλιών, προσανατολισμένων, κυρίως, στην αποκατάσταση του ονόματος και της μνήμης του Στάλιν και την τοποθέτησή του στο πάνθεον των εθνικών ηρώων. Τον Φεβρουάριο του 2015 ο πρόεδρος της Κρατικής Δούμας και επικεφαλής της κρατικής Ρωσικής Ιστορικής Εταιρείας Σεργκέι Ναρίσκιν παρέστη στην επίσημη τελετή της συνάντησης στην Γιάλτα των Τσόρτσιλ, Ρούσβελτ και Στάλιν. Την ίδια ημέρα έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου της «Μεγάλης Τρόικας» του γλύπτη Ζουράμπ Τσερετέλι. Ήταν το πρώτο επίσημο άγαλμα του Στάλιν μετά από πολλές δεκαετίες.

Αυτό έδωσε το έναυσμα για μια σειρά εκδηλώσεις λατρείας των κομμουνιστών προς το πρόσωπο του Στάλιν. Η γνωστή Πατριωτική Λέσχη του Αλεξάντρ Προχάνοφ έφερε την «εικόνα» του Στάλιν στην αεροπορική βάση της πόλης Ένγκελς κοντά στο Σαράτοφ, τον Ιούνιο του 2015. Η Οργάνωση του ΚΚΡΦ στην πόλη Λίπετσκ τοποθέτησε άγαλμα του Στάλιν στο κέντρο της πόλης τον προηγούμενο Απρίλιο. Παρόμοια σχέδια εκδηλώθηκαν σε άλλες πόλεις και χωριά της Ρωσίας, πάντα με πρωτοβουλία του ίδιου κόμματος.

Η αποθέωση όμως ήταν η ανάληψη πρωτοβουλίας εκ μέρους του ΚΚΡΦ για τη διοργάνωση δημοψηφίσματος, προκειμένου να επανατοποθετηθεί στην πλατεία Λιουμπιάνκα το άγαλμα του Φέλιξ Τζερζίνσκι, πρώτου αρχηγού της μυστικής αστυνομίας των Μπολσεβίκων, ΤΣΕ.ΚΑ. Η πρόταση απορρίφθηκε από το δημοτικό συμβούλιο της Μόσχας.

Η στάση του Κρεμλίνου απέναντι στον Στάλιν

Το Κρεμλίνο μέχρι σήμερα τηρεί μια επαμφοτερίζουσα θέση, κλείνοντας το μάτι και στους υποστηρικτές αυτής της «σταλινικής νοσταλγίας» και τους πολέμιούς της. Ωστόσο, δεν διέλαθε της προσοχής των επιμελών αναγνωστών των ομιλιών του Βλαντίμιρ Πούτιν, η κατ’ επανάληψη αναφορά του στον Στάλιν με επικριτικές εκφράσεις και απόρριψη της ιδέας της αποκάθαρσης του «μεγάλου πατερούλη» σε ηθικό επίπεδο. Στα σχολικά εγχειρίδια της Ρωσίας συναντάμε εκφράσεις όπως «σταλινική δικτατορία», «προσωπολατρία», «μαζικές εκκαθαρίσεις», «αυτοκρατορικές φιλοδοξίες». Πολλοί ισχυρίζονται πως θα είναι πολύ δύσκολο για τον ένοικο του Κρεμλίνου να αλλάξει στάση και να απορρίψει όλα εκείνα που υποστηρίζει εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Οι εκπλήξεις όμως είναι κάτι συνηθισμένο στην ιστορία της Ρωσίας.

Οι ερμηνείες για αυτή την «επιστροφή» του Στάλιν ποικίλλουν. Άλλοι ισχυρίζονται πως είναι ένας «λαγός» του Κρεμλίνου για να μετρήσουν τις αντιδράσεις του πληθυσμού, άλλοι πως πρόκειται για μια προσπάθεια τρομοκράτησης των εγχώριων αντιπολιτευόμενων και της Δύσης και άλλοι πως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο προπαγανδιστικός μηχανισμός που θα βοηθήσει τη ρωσική ηγεσία να «περάσει» πιο εύκολα τις τεκτονικού χαρακτήρα αλλαγές στην εξωτερική πολιτική της χώρας και τις επιπτώσεις της στο εσωτερικό, λόγω των αμφίπλευρων κυρώσεων.

 Το βέρτιγκο της Ιστορίας

Η ιστορική επιστήμη, η ίδια η Ιστορία βρίσκεται σε μια κατάσταση βέρτιγκο στη Ρωσία. Από τη μια πλευρά η επίσημη, κρατική αφήγηση και από την άλλη οι προσπάθειες επιστημόνων να αρθρώσουν λόγο στηριγμένο στις πηγές. Η εργαλειοποίησή της, οδηγεί στην απονεύρωση και, τελικά, στην απονέκρωσή της ως επιστήμης, ικανής να διατηρήσει την εθνική αυτοσυνείδηση και ενότητα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με το νόμο περί αποκατάστασης των θυμάτων των μαζικών διώξεων – εκκαθαρίσεων τον Μάρτιο του 2016, θέτοντας έτσι τέλος στις επιδιώξεις ενός τμήματος της ρωσικής ελίτ, η οποία καλοέβλεπε την επιστροφή στον μύθο του «πανίσχυρου ενιαίου κράτους, απομονωμένου από τον υπόλοιπο κόσμο». Προφανώς, επικράτησαν πιο ψύχραιμες και νουνεχείς σκέψεις.

Τέλος, με ιδιαίτερη ένταση διεξάγεται φέτος η δημόσια αντιπαράθεση για το ρόλο και τη θέση των γεγονότων του Οκτωβρίου του 1017 στην ιστορία της Ρωσίας.

 Ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης είναι Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

 

 

 

 

Πηγή:http://booksjournal.gr/slideshow/item/2558-h-ergaleipoihhsh-ths-istorias-sth-rwsikh-politikh

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s