Οι στόχοι και οι προθέσεις της Τουρκίας :Εμείς θα είμαστε για πάντα στην Κύπρο, μας προσγείωσε ο ισλαμιστής Ταγίπ Ερντογάν

Ιανουάριος  30,  2017

Γράφει ο Χρύσης Παντελίδης

Μόλις 24 ώρες μετά την αποτυχία της πενταμερούς της Γενεύης, ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν μάς διαμήνυε: «Εμείς θα είμαστε για πάντα στην Κύπρο. Μην περιμένετε να μην υπάρχουν εγγυήσεις της Τουρκίας. Δεν τίθεται θέμα να αποχωρήσει ο τουρκικός στρατός από την Κύπρο».

Μήνυμα που, εδώ στην Κύπρο, εξακολουθούμε να μη λαμβάνουμε και πολύ σοβαρά υπόψη, παρόλο που η Τουρκία δεν σταμάτησε ποτέ να το διαλαλεί. Μήπως, όμως, πρέπει να αρχίσουμε, επιτέλους, να λαμβάνουμε πιο σοβαρά υπόψη τα λεγόμενα των Τούρκων και να διαμορφώνουμε την πολιτική μας στη βάση αυτών των διαχρονικών τουρκικών διακηρύξεων και όχι στους ευσεβείς πόθους μας;

Είναι καιρός να απαντήσουμε τεκμηριωμένα στο θεμελιώδες ερώτημα που αφορά τους πραγματικούς μακροπρόθεσμους στόχους, τους οποίους η Τουρκία έθεσε για την Κύπρο, δηλαδή, τι έχουν κατά νουν οι Τούρκοι για το νησί μας; Η απάντηση αυτή όχι μόνο σχετίζεται, αλλά πρέπει να καθορίζει και να διέπει τους χειρισμούς μας στο Κυπριακό.

Κατ’ αρχήν, είναι καλά γνωστό πως η Τουρκία από το 1956 έχει διαμορφώσει στόχους για την Κύπρο και έχει καταρτίσει σχέδια για την υλοποίησή τους. Κι ενώ τα σχέδια προσαρμόζονται στις εκάστοτε συνθήκες, οι στόχοι παραμένουν σταθεροί και αναλλοίωτοι. Αυτούς τους στόχους έχουν συνεχώς κατά νουν οι Τούρκοι σε όλους τους χειρισμούς τους, σε όλες τους τις κινήσεις. Kαι αυτούς τους στόχους έχουν ως γνώμονα, όταν προωθούν κλείσιμο του Κυπριακού.

Συνέπεια αναντίρρητη αυτού του δεδομένου είναι ότι η «λύση» που προωθούν, ή αποδέχονται, πρέπει οπωσδήποτε να επιτυγχάνει ή, τουλάχιστον, να επιτρέπει την υλοποίηση αυτών των στόχων. Όπως ακριβώς έκαναν και το 1959, όταν υπέγραφαν τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Στα έγγραφα, που βρέθηκαν στα γραφεία του υπουργού Γεωργίας Φαζίλ Πλουμέρ και του υπουργού Άμυνας Οσμάν Ορέκ, μετά την τουρκοκυπριακή ανταρσία του 1963-64, οι προθέσεις και οι στόχοι τους αναφέρονται σαφώς.

Κάποια στοιχεία από το πρώτο τουρκικό έγγραφο:

  • «Αποδεχτήκαμε τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου ως “μεταβατική φάση” και αυτός είναι ο λόγος που την υπογράψαμε».
    • «Αν ελέγετο ότι δεν είναι “μεταβατική φάση” αλλά η “τελική λύση”, δεν θα τις είχαμε αποδεχθεί, αλλά θα παρατείναμε τη διακοινοτική διένεξη για περισσότερο χρόνο και θα αφήναμε τον ΟΗΕ πρόσωπο με πρόσωπο με τη διχοτόμηση, την οποία αποκάλεσαν “αδύνατη και μη πρακτική”».
    • «Οι Τουρκοκύπριοι θα μείνουν χωρίς εθνική υπόθεση επειδή η διαδικασία “ενοποίησης” άρχισε ήδη να “κυπροποιεί” τους Τούρκους».
    • «Από την οπτική γωνία της τελικής λύσης, η αρχή της ίσης κοινότητας είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει εάν δεν τη διατηρήσουμε σχολαστικά ή δεν δημιουργήσουμε κλίμα καχυποψίας και εχθρότητας».
    • «Είναι γι’ αυτό τον λόγο που πριν από τις συμφωνίες επήλθε μία συνεννόηση με την τότε τουρκική κυβέρνηση ότι οι συμφωνίες αυτές αποτελούν μεταβατική φάση, ότι κατά την περίοδο αυτή θα παρεχόταν οικονομική και άλλη βοήθεια και ότι, προκειμένου να πετύχουμε τον τελικό μας στόχο, θα συνεχίζαμε την υπόθεση της “χωριστής κοινότητας” ως εθνική υπόθεση».
    • «Επίσης, με ικανοποίηση δηλώνουμε ότι κατά την τελευταία μας επαφή με τον έντιμο αρχηγό του κράτους της επαναστατικής κυβέρνησης [ενν. η κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά την πραξικοπηματική ανατροπή του Μεντερές στις 27/5/1960] Γκιουρσέλ Πασιά “είχε επέλθει μια συμφωνία στις ίδιες αρχές και κατέστη απόλυτα σαφές κατά τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι οι συμφωνίες δεν ήταν παρά μία φάση για μας και για την Τουρκία”».

Στο δεύτερο τουρκικό έγγραφο, που υπογράφεται από τον Ρ. Ντενκτάς και τον Φ. Κουτσιούκ και φέρει ημερομηνία 14/9/1963, αναφέρονται οι αποσχιστικοί σχεδιασμοί τους:

  • «Ο Μακάριος δεν έχει ακόμα προβεί σε καμιά σοβαρή προσπάθεια αναθεώρησης ή εγκατάλειψης του Συντάγματος. Υπάρχει αρκετός χρόνος για την προετοιμασία ενός σχεδίου και πρέπει να τον εκμεταλλευτούμε».
    • «Όταν θα αρχίσει ο αγώνας, η τουρκική κοινότητα, που είναι διασκορπισμένη σε ολόκληρο το νησί, θα συγκεντρωθεί διά της βίας σε μια περιοχή την οποία θα εξαναγκαστεί να υπερασπιστεί…».

Τα έγγραφα αυτά, τα οποία σημειωτέον κατατέθηκαν στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Η.Ε., είναι προσαρμοσμένα σε μια πολιτική, η οποία είχε καθοριστεί μερικά χρόνια πριν, τη δεκαετία του 1950. Ήταν η εποχή που η Μεγάλη Βρετανία κατέστησε την Τουρκία μέρος του κυπριακού ζητήματος, καλώντας την μαζί με την Ελλάδα σε Τριμερή Διάσκεψη. Η Άγκυρα δεν έχασε την ευκαιρία και, έναν χρόνο αργότερα, ο καθηγητής και βουλευτής Νιχάτ Ερίμ δέχτηκε θέση ειδικού συμβούλου του Πρωθυπουργού Μεντερές, ο οποίος του ζήτησε να ετοιμάσει ένα στρατηγικό σχέδιο πάνω στο οποίο να στηριχθούν οι μακροχρόνιες επιδιώξεις της Τουρκίας στο Κυπριακό.

Ο Νιχάτ Ερίμ παρέδωσε στα τέλη του 1956 δύο εκθέσεις στον Πρωθυπουργό Μεντερές. Το περιεχόμενο εκείνων των εκθέσεων, που καθόριζαν σαφείς βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους, έγινε αποδεκτό απ’ όλες τις δημοκρατικές ή στρατιωτικές τουρκικές κυβερνήσεις και αποτελεί εδώ και 60 χρόνια το βασικό στρατηγικό σχέδιο το οποίο ακολουθούν με απαρέγκλιτη προσήλωση.

Σε πολύ αδρές γραμμές, ο Νιχάτ Ερίμ εισηγείτο τα εξής:

  • «Η Τουρκία πρέπει να επιμένει διεθνώς ότι στην Κύπρο υπάρχουν δύο διαφορετικές κοινότητες…»
    • Για την Τουρκία «η καλύτερη λύση είναι η διχοτόμηση…»
    • «Πρώτα πρέπει μετακινηθεί ο ελληνικός πληθυσμός…»
    • «Το σύνολο του τουρκικού πληθυσμού πρέπει να αυξηθεί…»
    • «Πρέπει να επιδιωχθεί η ελεύθερη μετάβαση Τούρκων προς την Κύπρο…»
    • Η Τουρκία επιθυμεί «να συμμετέχει και στην ασφάλεια της περιοχής που θα παραχωρηθεί στους Ρωμιούς…»
    • «Η Ελλάδα δεν μπορεί να ζητήσει το ίδιο δικαίωμα για την τουρκική περιοχή, λόγω απόστασης…»
    • «Το μέλλον των δύο λαών πρέπει να αποφασισθεί με ξεχωριστό δημοψήφισμα, σε κάθε κοινότητα…»

Η Τουρκία άρχισε την υλοποίηση αυτών των στόχων με την ανταρσία και τις παράνομες αποσχιστικές ενέργειες του 1963-1964 και με την παράνομη εισβολή της, το 1974. Έκτοτε, ισχυροποιεί τη θέση της, δημιουργώντας αφενός ερείσματα αναβάθμισης ή και αναγνώρισης του ψευδοκράτους που δημιούργησε το 1983 και, αφετέρου, επιχειρώντας να αποδυναμώσει και να υποβαθμίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, υπονομεύοντας τα νομικά ερείσματά της, ιδιαίτερα τη διεθνή αναγνώριση και νομιμότητά της. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το αφήγημά της περί «εκλιπούσας Κυπριακής Δημοκρατίας».

Δολοφονίες και εκκαθαρίσεις
Η τακτική των προβοκατόρικων ενεργειών και των προκλήσεων, που στόχο είχαν τη δημιουργία των προϋποθέσεων σύγκρουσης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, όπως προσδιορίζονταν από τον Ερίμ, συνεχίστηκαν. Όπως και μία σωρεία από “εκκαθαρίσεις” όσων Τουρκοκυπρίων αντιτάσσονταν στα σχέδια της Άγκυρας και του Ντενκτάς.

Όπως οι νεαροί δικηγόροι-δημοσιογράφοι Μουσταφά Χικμέτ και Αχμέτ Μ. Γκουρκάν, οι οποίοι δολοφονήθηκαν τον Απρίλιο 1962, όταν η εφημερίδα τους προειδοποίησε ότι θα απεκάλυπτε τους τρομοκράτες προβοκάτορες που σχεδίαζαν τη διακοινοτική διαμάχη. Κι όταν ο Τούρκος πρέσβης Εμίν Ντιρβάνα κατήγγειλε το έγκλημα, ανακλήθηκε αμέσως από την Κύπρο. Το ίδιο έγινε και με τον Ντερβίς Αλί Καβάζογλου, που δολοφονήθηκε μαζί με τον Ελληνοκύπριο φίλο του Κώστα Μισιαούλη, τον Απρίλιο 1965, επειδή μάχονταν ενάντια στην πολιτική του διαχωρισμού. Ο κατάλογος των θυμάτων της ΤΜΤ είναι ατέλειωτος.

Η εισβολή και κατοχή άλλαξαν τους όρους του παιγνιδιού

Το πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών και η εισβολή της Τουρκίας, υπήρξαν η κορύφωση των προσπαθειών για διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και καθυπόταξη του νησιού στους οραματισμούς της Άγκυρας. Οργανωμένο από τους εγκέφαλους της Ουάσιγκτον και εκτελεσμένο από τους ανεγκέφαλους των Αθηνών, το πραξικόπημα εναντίον του Προέδρου Μακαρίου, ήταν το απαραίτητο πρόσχημα για να διενεργηθεί η παράνομη τουρκική εισβολή και η κατοχή του 36.2% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από τη στιγμή που η Τουρκία πάτησε το πόδι της στην Κύπρο, άλλαξαν οι όροι του παιγνιδιού.

Στην αρχή, οι εκδηλώσεις του διεθνούς παράγοντα υπήρξαν αλληλοσυγκρουόμενες και συγχυσμένες. Από τη μια ήταν το άφρον πραξικόπημα ενός μισητού καθεστώτος, μιας καθολικά αντιπαθούς χούντας, και από την άλλη ήταν η βάρβαρη και παράνομη εισβολή μιας χώρας, που αντιμετωπιζόταν πάντα σαν το “χαϊδεμένο παιδί”. Οι εκδηλώσεις της Δύσης και ιδιαίτερα των ΗΠΑ, κυμάνθηκαν από τη βουβή απάθεια ως τη θερμή συμπάθεια για τους εισβολείς. Όπως ανέφερε ανώτερος Τούρκος αξιωματικός στον Lawrence Stern («Bitter Lessons: How we failed in Cyprus», 1975): «Αντίθετα με το 1964 και 1967, οι πιέσεις που άσκησαν οι ΗΠΑ απάνω μας ήταν ελάχιστες. Αλλά ούτε και φοβόμαστε πια πως θα επέμβει η ΕΣΣΔ».

Ότι το χουντικό πραξικόπημα δεν ήταν παρά το πρόσχημα και η αφορμή για την τουρκική εισβολή, ήταν ανέκαθεν γνωστό σε όλους. Η Τουρκία επενέβη για να υλοποιήσει τους πάγιους στόχους της. Ωστόσο, χρειάστηκε να περάσουν μερικά χρόνια, για να ομολογηθούν οι πραγματικοί αυτοί στόχοι• και ότι… «…δεν πρέπει να ξεχνούμε, ότι η επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο δεν έγινε για τα μαύρα μάτια της τουρκοκυπριακής κοινότητας… Η Τουρκία επενέβηκε επίσης για να προωθήσει τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα», όπως έλεγε ο καλά μελετημένος δημοσιογράφος Μεχμέτ Αλί Μπιράντ (“Milliyet”, 13/3/1984). Ή, όπως πιο αποκαλυπτικά το έθεσε ο Αχμέτ Νταβούτογλου («Το Στρατηγικό Βάθος», 2010): «Γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά, ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα κυπριακό ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη σε ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου».

Υπάρχει μια σωρεία από αναφορές και δηλώσεις Τούρκων πολιτικών αξιωματούχων και διανοουμένων, οι οποίοι τη δεκαετία του 80’, κυρίως, ομολογούν τις τουρκικές προθέσεις και αποκαλύπτουν τους στόχους, βάσει των οποίων ενεργεί η τουρκική πολιτική και διπλωματία.

Σταχυολογούμε μερικές:
Ο υπουργός Εξωτερικών της εισβολής, Τουράν Γκιουνές, ανέφερε (“Hürriyet”, 20/7/1980): «Η Κύπρος είναι τόσο πολύτιμη όσο το δεξί χέρι, για μια χώρα που ενδιαφέρεται για την άμυνά της ή τα επεκτατικά της σχέδια, αν έχει οποιαδήποτε επεκτατικά σχέδια. Αν δεν θυμούμαστε συνεχώς αυτή τη στρατηγική σημασία της Κύπρου, δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε την όλη κρίση στην Κύπρο… Πολλές χώρες θέλουν να δουν το Κυπριακό, απλώς σαν μια επιθυμία μας να προστατεύσουμε την τουρκική κοινότητα στο νησί».

Ο Τουργκούτ Οζάλ, ο αθυρόστομος και προπετής Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Τουρκίας, αναφερόμενος στη μονομερή ανακήρυξη του ψευδοκράτους, είπε  (“Milliyet”, Νοέμβριος 1983): «Η Κύπρος είναι ένα νησί που διαπερνά την Τουρκία σαν μαχαίρι. Είναι εξαιρετικά ζωτική από την άποψη της ασφάλειάς μας. Αυτό το νησί δεν πρέπει να βρίσκεται σε εχθρικά χέρια. Η ύπαρξη των Τούρκων στο βορρά είναι μια εγγύηση προς αυτή την κατεύθυνση».

Ο Τούρκος Ιστορικός Γκουρκάν, δήλωνε απερίφραστα (“Kibris Postasi”, 20/12/1983): «Μιλώντας από καθαρά στρατηγική άποψη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι για την ασφάλεια της Τουρκίας, μια ασφαλής Κύπρος θα ήταν μια Κύπρος που θα ήταν στο σύνολό της κάτω από τουρκικό έλεγχο».

Ο Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος για χρόνια προπαγάνδιζε τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι Τουρκοκύπριοι από τους Ελληνοκύπριους, απέβαλε τη μάσκα και ξεκαθάρισε τα πραγματικά ενδιαφέροντα του ιδίου και της Τουρκίας (“Milliyet”, 23/7/1985): «Φυσικά και έχει η Τουρκία στρατηγικά συμφέροντα στην Κύπρο. Είναι ευτύχημα για την Τουρκία που η Τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται εδώ. Ακόμα και αν η Τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν υπήρχε, η Τουρκία δεν θα άφηνε την Κύπρο στην Ελλάδα».

Ο Αχμέτ Νταβούτογλου, κατά την επίσκεψη  του στην Κύπρο ως πρωθυπουργός, στις 2/12/2015, δήλωνε: «Λαμβάνουμε μέτρα για να ζουν οι Τ/Κ σε ειρήνη και να προστατεύουν τα συμφέροντα της Τουρκίας».

Με βάση αυτά, δεν είναι περίεργες, ούτε έπρεπε να μας εκπλήττουν οι αξιώσεις της Άγκυρας και όλων των κατά καιρούς εγκάθετών της στα κατεχόμενα, για τουρκικές εγγυήσεις και επεμβατικά δικαιώματα, για παραμονή τουρκικού στρατού, για πλήρη διαχωρισμό των συνιστώντων κρατιδίων, για Βέτο και εκ Περιτροπής Προεδρία, για παραχώρηση και άλλων εδαφών που σήμερα δεν κατέχουν (όπως ο Πύργος Τηλλυρίας που ζητά εσχάτως ο κ. Ερτογάν) και άλλες πολλές.

 ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΣΕΛΙΔΑ
Αυτή ήταν πάντα η τουρκική πολιτική. Και είναι η πλευρά μας που τα τελευταία 9 χρόνια δεν ήθελε να την παραδεχθεί, γιατί βολευόταν αφελώς να πιστεύει στην ανύπαρκτη καλή θέληση της Άγκυρας και να διαφημίζει τη δήθεν «θετική ρητορική της Τουρκίας». Με απλά λόγια, επέλεγε μια εύκολη αλλά ανύπαρκτη υπόθεση, παρά τη δύσκολη και υπαρκτή πραγματικότητα. Γι’ αυτό και διολισθαίνουμε τα τελευταία 9 χρόνια.

Θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε, προτού να είναι πολύ αργά, ότι η στρατηγική και οι χειρισμοί Χριστόφια-Αναστασιάδη των τελευταίων 9 χρόνων μας εγκλώβισαν σε αδιέξοδο. Και πως πρέπει να γυρίσουμε σελίδα, μέσα από μια σωστή αξιολόγηση της πραγματικότητας και, κυρίως, μέσω της χάραξης μιας νέας, συλλογικής και συνολικής στρατηγικής. Μιας στρατηγικής που θα στοχεύει σε σωστή λύση, θα θωρακίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και θα αξιοποιεί τα τρία συγκριτικά πλεονεκτήματά της: (α) την ιδιότητα του μέλους της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης (β) την ιδιότητα του μέλους της Ευρωζώνης (γ) την ύπαρξη υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ.

 Πηγή: http://www.apopseis.com/i-stochi-ke-i-prothesis-tis-tourkias-emis-tha-imaste-gia-panta-stin-kypro-mas-prosgiose-o-islamistis-tagip-erntogan/#more-949

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s